1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Νομικό καθεστώς προσωπικού ΔΕΗ.

 E-mail

- Νομικό καθεστώς προσωπικού ΔΕΗ. Διφυής χαρακτήρας. Αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης.
- Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου προς κρίση περί των ασφαλιστικών υποχρεώσεων του ασφαλιστικού φορέα ΔΕΗ.

Διατάξεις:

Νόμοι: 3198/1955 άρθ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 435/1976 άρθ. 5, Αριθμός 1167/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Ρουπακιώτη και Ευαγγελία Λουβερδή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Ιωάννη Πίκουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2431/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5870/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 4-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3788/1957, και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν... έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες....οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα οριζόμενα υπό των άρθρων, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Β.Δ. της 16.18 Ιουλίου 1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Η ως άνω διάταξη του εδ. β` του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες, για την διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο την μείωση της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψεως της ίδιας αποζημιώσεως από τον μισθωτό όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία του, μετά την συμπλήρωση των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος. Η εν λόγω διάταξη, όμως, είναι δυνατό να εφαρμοστεί και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτής επέρχεται αυτοδικαίως λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στο νόμο ή τον κανονισμό της επιχειρήσεως ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει την σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την υπηρεσία του, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, πριν συμπληρώσει ο τελευταίος το προβλεπόμενο όριο ηλικίας. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, με την πλήρωση δε της αιρέσεως αυτής, η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 1110/1986). Περαιτέρω, ο Ν. 435/1976 προβλέπει στην παρ. 3 του άρθρου 5 αυτού ότι τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή των ρυθμίσεων του β' εδαφίου του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως ευνοϊκότεροι όροι θεωρούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως, είτε στο δικαίωμα καταγγελίας (ΟλΑΠ 26/1992) και συνεπώς αν με όρο Σ.Σ.Ε ή κανονισμού προβλέπεται η καταβολή στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία, μεγαλύτερης αποζημιώσεως, οφείλεται σ' αυτούς η αποζημίωση αυτή και όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 και 3 του ν. 4491/1966 "περί ασφαλίσεως του προσωπικού της ΔΕΗ", όπως ισχύει ορίζονται τα ακόλουθα: "1. "Στους ασφαλισμένους οι οποίοι εξέρχονται από την υπηρεσία της ΔΕΗ, τους δικαιουμένους σύνταξης κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.4491/1966, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει ως και τους μη δικαιουμένους σύνταξης, εφόσον οι τελευταίοι συμπλήρωσαν 15ετή τουλάχιστον ασφάλιση, από την οποία τουλάχιστον 10ετή πραγματική υπηρεσία στη ΔΕΗ, καταβάλλεται εφάπαξ βοήθημα ίσο προς το γινόμενο των καθοριζομένων στο τρίτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 8 τακτικών μηνιαίων αποδοχών των τελευταίων λαμβανομένων με ανώτατο όριο το τριπλάσιο του μισθού του 7ου κλιμακίου της ΔΕΗ προσαυξανόμενες με το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας επί τον αριθμό των ετών της πραγματικής υπηρεσίας στη ΔΕΗ και μέχρι τριάντα (30) κατ` ανώτατο όριο". Εν τη περιπτώσει ταύτη δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας εν τη ΔΕΗ ο υπό στοιχείον α` της παραγρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος αναφερόμενος χρόνος διά τον οποίον ο ησφαλισμένος έλαβε την νόμιμον αποζημίωσιν συνεπεία καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. 2. Προκειμένου περί ησφαλισμένου υπαγομένου εις την υπό στοιχείον στ' περίπτωσιν της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου και δικαιωθέντος συντάξεως ως και προκειμένου περί μελών οικογενείας αποβιώσαντος ησφαλισμένου συνεπεία εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας, το ποσόν του εφ` άπαξ βοηθήματος δεν δύναται να είναι κατώτερον του πενταπλασίου των εν τη προηγουμένη παραγράφω καθοριζομένων μηνιαίων αποδοχών. 3. Το βάσει του παρόντος άρθρου χορηγούμενον εφ` άπαξ βοήθημα συμψηφίζεται μετά της τυχόν καταβαλλομένης αποζημιώσεως εις τους ησφαλισμένους, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή καταλήψεώς των υπό του ορίου ηλικίας ή εξ άλλης τινός αιτίας αποχωρήσεως, καθ` α ο νόμος ορίζει". Εξάλλου, με το άρθρο 34 του Ν. 2773/1999 (ΦΕΚ Α' 286) ορίσθηκαν τα εξής : "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π.-ΔΕΗ), το οποίο έχει σκοπό την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ, όπως αυτή υφίσταται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ..., καθώς και των τυχόν διαδόχων της, ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα που αυτή ασκεί, σε περίπτωση μεταβολής με οποιονδήποτε τρόπο της νομικής της μορφής ή της σύνθεσης του μετοχικού της κεφαλαίου. Ο Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. ασκεί την κύρια και την επικουρική ασφάλιση και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις και ιδίως τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 5, 6 και 8 έως 30 του ν. 4491/1966 και του π.δ. 245/1975 όπως αυτές ισχύουν. 2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ρυθμίζονται στο πλαίσιο των επόμενων παραγράφων και της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού, τα σχετικά με τη σύσταση, την οργάνωση και λειτουργία του ΟΑΠ-ΔΕΗ, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Στην παρ. 12 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κυρώνεται η συμφωνία που υπεγράφη στις 30 Ιουλίου 1999 μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης και της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, η οποία έχει ως εξής : "1. Από τη λειτουργία του Ασφαλιστικού Φορέα της ΔΕΗ έχει σχηματιστεί περιουσία αυτού του φορέα ενσωματωμένη στην περιουσία της ΔΕΗ, η οποία είχε την πλήρη και αποκλειστική διαχείριση των πόρων του Φορέα στο πλαίσιο της κατά τις ανωτέρω διατάξεις ιδιότητός της ως Ασφαλιστή του προσωπικού της. 2. Το Κράτος αναγνωρίζει πλήρως τις υποχρεώσεις της ΔΕΗ προς τον ασφαλιστικό της φορέα, έναντι της προαναφερόμενης ενσωματωμένης περιουσίας, και υποκαθιστά τη ΔΕΗ σε όλες τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους και συνταξιούχους της. Προς τούτο το Κράτος αναλαμβάνει την πλήρη κάλυψη, με τις αναγκαίες καταβολές..... όλων των αναγκών του νέου Ασφαλιστικού Φορέα Προσωπικού ΔΕΗ (Ν.Π.Δ.Δ.), καθώς και των εν γένει υποχρεώσεών του. Ειδικότερα οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει εν προκειμένω το Κράτος αποτελούν αντιπαροχές έναντι της περιουσίας του Ασφαλιστικού Φορέα, με την οποία περιουσία αυξάνεται η περιουσία της ΔΕΗ και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης. 3. Εν όψει της υποχρεωτικής απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας σε εφαρμογή της οδηγίας 96/92 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΔΕΗ θα υπαχθεί στο ν. 2414/1996 και θα μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία με συνέπεια να καθίσταται πλέον αναγκαίος ο διαχωρισμός του σημερινού διφυούς νομικού προσώπου της ΔΕΗ αφ' ενός μεν σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αφ' ετέρου σε ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θα εξακολουθεί να λειτουργεί ως ασφαλιστικός φορέας του προσωπικού της ΔΕΗ. 5. Έτσι για τους παραπάνω λόγους το Ν.Π.Δ.Δ. - Ασφαλιστής ΔΕΗ διαχωρίζεται από τη ΔΕΗ Επιχείρηση Α.Ε. και δημιουργείται ένα Ν.Π.Δ.Δ. (ΔΕΗ - Ασφαλιστής). Ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα καλύψει, θα εξασφαλίσει και θα προστατεύσει, εις το ακέραιο, όλες τις κάθε είδους ασφαλιστικές παροχές και υποχρεώσεις του ασφαλιστικού φορέα της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, καθώς και με το άρθρο 35 του ν. 4491/1966 κατ' ελάχιστο στο επίπεδο και την έκταση που προβλέπεται σήμερα. Επίσης θα προβλεφθεί η κάλυψη για την αντιμετώπιση εκτάκτων γεγονότων που θα δημιουργούν έκτακτες ασφαλιστικές υποχρεώσεις (Εθελουσία έξοδος προσωπικού κ.λ.π.). Κατ' εξουσιοδότηση της παρατεθείσης ανωτέρω παραγράφου 2 του άρθρου 34 του Ν. 2773/1999 εκδόθηκε το Π.Δ. 51/2001 με τίτλο "Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΟΑΠ-ΔΕΗ)" στο άρθρο 2 παρ.1 του οποίου ορίζεται, ότι σκοπός του Οργανισμού είναι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999 η υποχρεωτική ασφάλιση του προσωπικού της ΔΕΗ, των θυγατρικών εταιριών, καθώς και των τυχόν διαδόχων της ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκεί σε περίπτωση μεταβολής με οιονδήποτε τρόπο της νομικής ή της μορφής ή της σύνθεσης του μετοχικού κεφαλαίου και β) του προσωπικού του ίδιου του Οργανισμού, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "Ο Οργανισμός, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2773/1999 και ιδίως την διάταξη του άρθρου 5 της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παρ. 12 του άρθρου του ίδιου νόμου, καλύπτει εξασφαλίζει και προστατεύει εις το ακέραιο, όλες τις κάθε είδους ασφαλιστικές παροχές και υποχρεώσεις του Ασφαλιστικού Φορέα της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 34 του ίδιου ως άνω νόμου, καθώς και με το άρθρο 35 του ν. 4491/1966, κατ' ελάχιστο στο επίπεδο και την έκταση που προβλέπεται κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2773/1999". Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις δέχτηκε : α) ότι το χορηγούμενο στους εργαζόμενους της ΔΕΗ εφάπαξ βοήθημα συμψηφίζεται με την τυχόν καταβαλλόμενη σ' αυτούς αποζημίωση, δεδομένου ότι, δεν καταργήθηκε μετά την ίδρυση του ΟΑΠ-ΔΕΗ, αλλά εξακολουθεί να ισχύει, το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 4191/1966, αφού γίνεται σαφής παραπομπή στην εν λόγω διάταξη με τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου (34 παρ. 1 εδ β' του ν. 2773/1999), β) ότι η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), αφού αφενός μεν λόγοι δημοσίου συμφέροντος επέβαλαν τη θέσπιση της (η ΔΕΗ εξακολουθεί να αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας και μετά την έξοδο της από το δημόσια τομέα), αφετέρου δε λόγω του μη αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της εφάπαξ παροχής και γ) ότι δεν αντίκειται η ίδια ως άνω διάταξη ούτε στις κοινοτικές ρυθμίσεις για την προστασία του ανόθευτου ανταγωνισμού και ειδικότερα στο άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, που διέπει τις επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Με βάση δε την ως άνω ερμηνεία, έκρινε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 12-8-1971, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατατάχτηκε στον κλάδο Τεχνικών, στην κατηγορία Τ4, του ΚΚΠ/ΔΕΗ και απασχολήθηκε σ' αυτή μέχρι τις 31-7-2003, οπότε παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδοτήσεώς του, επειδή κατά την αποχώρηση του από την υπηρεσία της εναγομένης έλαβε από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (Ο.Α.Π.-ΔΕΗ)", το ποσό των 52.503,90 ευρώ ως εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 4991/1966, ήτοι έλαβε ποσό μεγαλύτερο της αξιούμενης με την αγωγή αποζημίωσης που προβλέπεται από το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, δεν δικαιούται επιπλέον αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 3198/1955 και 2112/1920 και ως εκ τούτου ορθώς απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση την οποία και επικύρωσε. Ο αναιρεσείων-ενάγων, με τους επικαλούμενους σαφείς και ορισμένους λόγους του αναιρετηρίου του, που όλοι τους προβλέπονται αληθώς από το εδάφιο 1 (και όχι 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι κρίνοντας έτσι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον κατά τους ισχυρισμούς του: α) μετά την ισχύ του ν. 2773/1999 και του Π.Δ. 51/2001 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 4491/1966, η οποία είχε τεθεί για την προστασία της περιουσίας της ΔΕΗ (η οποία τότε είχε τη διπλή ιδιότητα της εργοδότριας και ασφαλίστριας του προσωπικού της), για την αποφυγή διπλής επιβάρυνσης αυτής έναντι του ίδιου ασφαλισμένου, προϋπόθεση όμως που δεν υφίσταται πλέον, β) η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 4491/1966 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και γ) η ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 4491/1966 αντίκειται στα άρθρα 86 και 87 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περί προστασίας του ανόθευτου ανταγωνισμού. Σύμφωνα με όλα αυτά δημιουργούνται εδώ κρίσιμα, ουσιώδη ζητήματα, με γενικότερο ενδιαφέρον, που αφορούν μεγάλη κατηγορία εργαζομένων και για τη λύση των οποίων διατυπώνονται αντίθετες απόψεις τόσο στη θεωρία (κυρίως), όσο και στη νομολογία. Συνακόλουθα πρέπει, κατά το άρθρο 563 παρ. 2β ΚΠολΔικ, να παραπεμφθούν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου όλοι οι λόγοι της παραδεκτής αυτής αναίρεσης, με αιτιάσεις τους που προβλέπονται αληθώς από το εδάφιο 1 (όχι και του 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όπως αυτές διατυπώνονται στο αναιρετήριο, για να επιλυθούν και τα ζητήματα αυτά με γενικότερο ενδιαφέρον που ανέκυψαν, δηλαδή: α) αν μετά το ν. 2773/1999 και το Π.Δ. 51/2001 έπαυσε να ισχύει (καταργήθηκε) η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 4491/1966, β) αν το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 4491/1966 αντίκειται στα άρθρα 4 και 22 του ισχύοντος Συντάγματος και γ) αν η ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 4491/1966 είναι αντίθετη στα άρθρα 86 και 87 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει για κρίση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου όλους τους λόγους της από 27-12-2006 αιτήσεως του Χ1, όπως αυτοί με τις αιτιάσεις τους διατυπώνονται στο αναιρετήριο, για αναίρεση της 5870/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ