1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

Κληρονομηθέν δικαίωμα από προσύμφωνο για πώληση ακινήτου.

 E-mail

Κληρονομηθέν δικαίωμα από προσύμφωνο για πώληση ακινήτου. Το δικαίωμα είναι ενοχικό και όχι εμπράγματο.

Διατάξεις:

ΝΔ: 118/1973 άρθ. 1, 3, 10, Αριθμός 1065/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2005, με την εξής σύνθεση: Ν. Σκλίας, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και των αρχαιοτέρων του Συμβούλων που είχαν κώλυμα, Κ. Βιολάρης, Α.-Γ. Βώρος, Σύμβουλοι, Σπ. Μαρκάτης, Ειρ. Σταυρουλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μερτζανάκη.

Για να δικάσει την από 28 Μαρτίου 2003 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας Αττικής, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κατσούλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Θεόδωρο Σπάχο (Α.Μ. 3871), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1493/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Κ. Βιολάρη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται, σύμφωνα με το νόμο, καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της απόφασης 1493/2002 του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου κατά της απόφασης 159/1998 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκαν εν μέρει οι υπ’ αριθ. 216 και 217/1996 πράξεις προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς και προσθέτου φόρου λόγω ανακριβούς δήλωσης και η υπ’ αριθ. 103/1996 πράξη επιβολής προστίμου του ν. 820/1978 για ανακρίβεια της δήλωσης.
3. Επειδή, στο ν.δ. 118/1973 “Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών κ.λ.π.” (Α’ 202) ορίζονται τα εξής: άρθρο 1: «1. Επιβάλλεται φόρος, κατά τα ειδικώτερον εν τω παρόντι οριζόμενα, επί των κτωμένων αιτία θανάτου…περιουσιών…», άρθρο 3: «1. Εις τον φόρο υποβάλλεται: α) Η εν Ελλάδι κειμένη και ανήκουσα είτε εις ημεδαπούς είτε εις αλλοδαπούς πάσης φύσεως περιουσία … 2. Ως κειμένη εν Ελλάδι κινητή περιουσία θεωρούνται, ιδία…στ) Αι εξησφαλισμένοι δι’ υποθήκης ενοχικαί αξιώσεις επί ακινήτων ή πλοίων ή αεροσκαφών, εφ’ όσον ταύτα κείνται, κατά τους ανωτέρω ορισμούς εν Ελλάδι. Αι αξιώσεις αι απορρέουσαι εκ συμβάσεων επί των ως ανωτέρω ακινήτων ή πλοίων ή αεροσκαφών. Αι οιαιδήποτε ενοχικαί αξιώσεις, αι εν Ελλάδι απαιτηταί: Αι ενοχικαί αξιώσεις, αι απορρέουσαι εκ συμβάσεων καταρτισθεισών εν Ελλάδι μεταξύ υπηκόων. …». Άρθρο 10: «1. Επι ακινήτων δια τον προσδιορισμόν της αξίας λαμβάνονται υπ’ όψιν και συνεκτιμώνται ιδία: Τα στοιχεία εκτιμήσεως των αυτών ή ή πληστοχώρων ομοειδών ακινήτων, τα προκύπτοντα εκ ματαβιβάσεων επ’ ανταλλάγματι ή κτήσεων αιτία θανάτου δωρεάς ή προικός ή εξ απαλλοτριώσεων ή δικαστικών διανομών, η καθαρά πρόσοδος αυτών, ως και παν έτερον πρόσφορον στοιχείον, ασκούν ουσιώδη επίδρασιν επι της διαμοσφώσεως της αγοραίας αξίας αυτών».
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο ΧΧΧ, που απεβίωσε στις 11-10-1986, άφησε στους από ιδιόγραφη διαθήκη κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσίβλητος υιός του, διάφορα κληρονομικά στοιχεία. Ο τελευταίος αποδέχθηκε την κληρονομία με την από 24-10-1988 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας, η οποία μεταγράφηκε νομίμως. Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας την 126/9-4-1993 συμπληρωματική δήλωση φόρου κληρονομίας, με την οποία δήλωσε ότι στην κληρονομική του μερίδα περιλαμβάνεται και ένα αγροτεμάχιο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, συνολικής εκστάσεως 3.751 τ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση «Λαθούρεζα-Πευκοτό», στη Βάρη Αττικής και το οποίο είχε περιέλθει στον αποβιώσαντα «εξ αγοράς παρά του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. (Οργανισμός Διοίκησης και Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας) με το υπ’ αρ. 410/21.6.1972 προσύμφωνον συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κορωπίου ΧΧΧ». Η αγοραία αξία του κληρονομιαίου αυτού στοιχείου δηλώθηκε στο ποσό των 4.000.000 δραχμών. Ακολούθως καταρτίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ΧΧΧ η 5915/12.4.1993 συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομίας του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία το εν λόγω στοιχείο δηλώνεται από αυτόν ως ενοχικό δικαίωμα του αποβιώσαντος πατέρα του επί του παραπάνω ακινήτου, περιελθόν στον τελευταίο δυνάμει του προαναφερθέντος προσυμφώνου. Κατόπιν αυτών η φορολογούσα αρχή με τις 216, και 217/1996 πράξεις προσδιορισμού φόρου κληρονομίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, επαναπροσδιορίζοντας της αξία της κληρονομικής μερίδας του αναιρεσιβλήτου -κατά συνάθροιση της αξίας του συμπληρωματικώς δηλωθέντος ακινήτου (την οποία μετά από έλεγχο προσδιόρισε με το σύστημα των συγκριτικών στοιχείων σε 48.736.000 δρχ.) και άλλων κληρονομιαίων στοιχείων- στο ποσό των δρχ.52.092.993, καταλόγισε σε βάρος, μεταξύ άλλων, του εφεσιβλήτου διαφορά κύριου φόρου δρχ. 12.149.722 και πρόσθετο φόρο λόγω ανακρίβειας της δηλώσεως του δρχ. 9.112.291. Περαιτέρω και με την 103/1996 πράξη του ίδιου Προϊσταμένου καταλογίσθηκε και πρόστιμο του άρθρου 31 του ν. 820/1978 800.000 δρχ. Με την προσφυγή του κατά των ως άνω πράξεων ο ήδη αναιρεσίβλητος προέβαλε ότι η συμπληρωματική του δήλωση αποδοχής κληρονομίας αφορούσε ενοχικό δικαίωμα και όχι εμπράγματο (κυριότητα) και, ως εκ του, οι ειδικές καταλογίστηκες πράξεις έπρεπε να ακυρωθούν. Το διοικητικό πρωτοδικείο κατ’ εκτίμηση, μεταξύ άλλων, των προαναφερθέντων 410/1972 προσυμφώνου, από 9-4-1993 συμπληρωματικής δήλωσης φόρου κληρονομίας και από 12-4-1993 συμβολαιογραφικής συμπληρωματικής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, και του ότι δεν καταρτίστηκε οριστικό συμβόλαιο μεταξύ του κληρονομουμένου και του Ο.Δ.Δ.Ε.Π., ούτε πληρώθηκαν οι αιρέσεις υπό τις οποίες τελούσε το προσύμφωνο έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος κληρονόμησε και δήλωσε στη φορολογική αρχή ενοχικό δικαίωμα εκ προσυμφώνου και, ως εκ τούτου, οι ένδικες καταλογιστικές πράξεις που στηρίχθηκαν σε δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσίβλητου ήταν νομικώς πλημμελείς και τις ακύρωσε για το λόγο αυτό. Κατά της πρωτόδικής απόφασης άσκησε έφεση το Δημόσιο, με την οποία ως μόνο λόγο εφέσεως προέβαλε ότι: «…ο εφεσιβαλλόμενος κατά τη δήλωσή του δεν ανέφερε ενοχικό δικαίωμα άλλα και το ενοχικό δικαίωμα θεμελιώνει αντικείμενο φορολογίας. Εξ άλλου ο ίδιος προσδιόρισε αξία δρχ. 4.000.000, εκκαθαρίστηκε η δήλωσή του και βγήκε φόρος δρχ. 1.200.567 τις οποίες κατέβαλε. Επί πλέον, εάν πίστευε ότι είχε μόνο ενοχικό δικαίωμα, θα μπορούσε να κάνει δήλωση με αναβολή φορολογίας, το οποίο δεν έκανε.». Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εν συνεχεία του προεκτεθέντος ιστορικού έγινε δεκτό ότι «όπως προκύπτει από το προαναφερθέν προσύμφωνο που είχε επισυναφθεί από τον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο) στην παραπάνω συμπληρωματική δήλωσή του και προσκομίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της κατά των εν λόγω πράξεων ασκηθείσης προσφυγής του, το προαναφερθέν ακίνητο της Ιεράς Μονής Αγίων Ασωμάτων – Πετράκη που υπαγόταν στη διοίκηση και διαχείριση του παραπάνω Οργανισμού και έχει καταπατηθεί από τον πατέρα του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσίβλητου) μεταβιβάσθηκε στον κληρονομηθέντα με το προσύμφωνο αυτό υπό την αναβλητική αίρεση της λήψεως από τον Οργανισμό της αναγκαίας για την εκποίησή του αδείας του Εθνικού Οργανισμού Τουρισμού καθώς και υπό την διαλυτική αίρεση της αποπληρωμής από τον κληρονομηθέντα μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος που δυνάμει του προσυμφώνου αυτού πιστώθηκε εις βάρος του.». «Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τελικώς πληρώθηκαν οι αιρέσεις, υπό τις οποίες τελούσε η βάση του επίμαχου προσυμφώνου καταρτισθείσα συμφωνία μεταξύ του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. και του κληρονομηθέντος, ούτε ότι τελικώς καταρτίσθηκε το μεταξύ τους οριστικό συμβόλαιο μεταβιβάσεως της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου καθώς και του τοι βάσει προσυμφώνου συνάπτεται απλώς ενοχική σύμβαση μεταξύ των μερών», το διοικητικό εφετείο όπως και το διοικητικό πρωτοδικείο, έκρινε ότι: «ο μεν πατέρας του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) δεν απέκτησε την κυριότητα του επίμαχου ακινήτου, αλλά ενοχικό δικαίωμα επ’ αυτού, το οποίο και μόνον κληρονομήθηκε από τον ήδη εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο), δε προσβαλλόμενες πράξεις που εσφαλμένα στηρίχθηκαν στη δεδομένη, για τη φορολογούσα αρχή, κυριότητα του κληρονομηθέντος επί του ακινήτου αυτού, παρότι το επίμαχο προσύμφωνο όχι απλώς μνημονευθεί, αλλά και επισυναφθεί στη συμπληρωματική δήλωση του εφεσιβλήτου, στερούνται νομίμου ερείσματος, όπως ορθώς και νομίμως κρίθηκε με την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση που κατ’ αποδοχή της προσφυγής του ήδη εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) ακύρωσε τις πράξεις αυτές.». Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο απέρριψε το μόνο ως άνω λόγο εφέσεως, ότι με την ένδικη συμπληρωματική δήλωση δεν δηλώθηκε ενοχικό δικαίωμα, με την αιτιολογία ότι στη δήλωση αυτή είχε μνημονευθεί και επισυναφθεί το επίμαχο προσύμφωνο ενώ είχε διαβιβασθεί στη φορολογική αρχή και αντίγραφο της συμπληρωματικής συμβολαιογραφικής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, στην οποία αναλυτικώς περιγράφεται το είδος του επίμαχου κληρονομιαίου στοιχείου ως ενοχικού δικαιώματος. Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο απέρριψε τελικώς την έφεση του δημοσίου.
5. Επειδή, η προπαρατεθείσα κρίση του διοικητικού εφετείου περί της φύσεως του κληρονομηθέντος δικαιώματος επί του προαναφερθέντος αγροτεμαχίου ως ενοχικού περιλαμβανόταν και στην πρωτόδικη απόφαση. Δεδομένου δε ότι πρόκειται για κρίση περί πραγματικού ζητήματος και με την έφεση δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος, το διοικητικό εφετείο δεν όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό, όπως αβασίμος ισχυρίζεται το αναιρεσείον, οι δε λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους για πρώτη φορά με την αναίρεση πλήσσεται η αιτιολογία της κρίσεως αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί δεν προβλήθηκαν με την έφεση. Ομοίως, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναιρέσεως που πλήσσει την κρίση του διοικητικού εφετείου ότι οι ένδικες καταλογιστικές πράξεις στηρίχθηκαν στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου επί του κληρονομηθέντος ενδίκου αγροτεμαχίου, εφόσον η ίδια κρίση παριλαμβανόταν και στην πρωτόδικη απόφαση και δεν αμφισβητήθηκε με την έφεση.
6. Επειδή, περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο αφού έλαβε υπόψη ιδίως α) ότι στην ανωτέρω από 9-4-1993 συμπληρωματική δήλωση φόρου κληρονομίας του αναιρεσιβλήτου είχε μνημονευθεί και επισυναφθεί το επίμαχο προσύμφωνο και ότι στην από 12-4-1993 ως άνω συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομίας του αναιρεσίβλητου το κληρονομηθέν δικαίωμα αυτού περιγράφεται ως ενοχικό, κατέληξε στην κρίση, όπως και τον διοικητικό πρωτοδικείο, ότι με την ως άνω δήλωση φόρου κληρονομίας δηλώθηκε ενοχικό δικαίωμα και απέρριψε τον μόνο προαναφερθέντα λόγο εφέσεως του Δημοσίου, με τον οποίο είχε γενικώς προβληθεί ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε αναφέρει ενοχικό δικαίωμα. Η κρίση αυτή, με την οποία το διοικητικό εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεως είναι νομίμως και επαρκώς, κατ’ αρχήν, αιτιολογημένη και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα κατά το μέρος που πλήσσεται η αιτιολογία, κατά το μέρος δε που πλήσσεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, οι λόγοι αυτοί πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον ώφειλε το διοικητικό εφετείο να εκφέρει κρίση κατά του νομοτύπου της ανακλήσεως της δηλώσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, το διοικητικό εφετείο δεν στήριξε την κρίση του σε ανάκληση της επίμαχων δηλώσεως, άλλα δέχθηκε ότι εξ αρχής δηλώθηκε ως κληρονομηθέν ενοχικό δικαίωμα.
7. Επειδή, τέλος εφόσον το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κληρονόμησε και δήλωσε ενοχικό δικαίωμα επί του προαναφερομένου αγροτεμαχίου, νομίμως έκρινε ότι οι ένδικες καταλογιστικές πράξεις, οι οποίες στηρίχθηκαν στην αντίληψη της φορολογικής αρχής ότι ο αναιρεσίβλητος κληρονόμησε την κυριότητα του ανωτέρω αγροτεμαχίου, ήταν νομικώς πλημμελείς και ακυρωτέες, όπως έκρινε ότι το διοικητικό πρωτοδικείο, το οποίο τις ακύρωσε για το λόγο αυτό. Τούτο δε, διότι δεν μπορούσε ούτε το διοικητικό πρωτοδικείο, ούτε το διοικητικό εφετείο να μεταρυθμίσει τις ένδικες καταλογιστικές πράξεις επιβάλλοντας αυτό για πρώτη φορά φόρο επί τη βάσει άλλης διατάξεως αλλάζοντας έτσι τη νομική βάση των προσβληθεισών πράξεων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον. (Σ.τ.Ε 3702/1999, 4681/1995 7μελούς σύνθ. κ.α.).
8. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση

Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2005

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Ν. Σκλίας Π. Μερτζανάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 2008.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Ν. Σκλίας Α. Ζυγουρίτσα