1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

 E-mail

- Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Έννοια. Σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Αδικοπραξία αντιπροσώπου.
- Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι η σύμβαση, με την οποία τρίτος που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει, έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο), με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Έτσι βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: (1) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, (2) η σταθερότητα της σχέσης, (3) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, (4) η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη, μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων), και (5) η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε, ούτε σταθερά ούτε ασφαλή.
- Η αποκλειστική διανομή είναι μία διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση (σύμβαση-πλαίσιο), ορισμένου ή αόριστου χρόνου, με την οποία, με την πιο συνηθισμένη εμφάνισή της στις συναλλαγές, ο μεν παραγωγός ή μεγαλέμπορος (προμηθευτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί [κατ’ αποκλειστικότητα] στον αντισυμβαλλόμενό του διανομέα, τα προϊόντα του και να του παρέχει συνεχή υποστήριξη, εφοδιάζοντάς τον σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο δε διανομέας να προμηθεύεται [αγοράζει] αποκλειστικά από τον προμηθευτή τα σχετικά προϊόντα, για τα οποία οφείλει να του καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα, και να τα μεταπωλεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, οργανώνοντας όμως την επιχείρησή του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής του παραγωγού-εμπόρου και να τηρεί τους δικούς του εμπορικούς όρους, όπως διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρέτησης πελατών. Στις βασικές υποχρεώσεις του αποκλειστικού διανομέα, ανήκει, επίσης, η διατήρηση επαρκούς αποθέματος εμπορευμάτων, καθώς και ανάλογου προσωπικού για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση του δικτύου διανομής και την προώθηση των πωλήσεων, που αποτελεί τον απώτερο σκοπό της συνεργασίας των συμβαλλομένων, και την αντιπαροχή του διανομέα, για το παραχωρούμενο δικαίωμα αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της συμφωνίας. Τα τυπολογικά χαρακτηριστικά του αποκλειστικού διανομέα [όπως και του εμπορικού αντιπροσώπου] είναι ότι οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, είναι ανεξάρτητος έμπορος με δική του επαγγελματική στέγη, και υπερασπίζεται τα συμφέροντα του παραγωγού-εμπόρου. Όμως (α) δεν ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του προμηθευτή, βασικό χαρακτηριστικό της σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, (β) δεν παίρνει προμήθεια και (γ) δεν υποχρεούται να μεταφέρει το επιτευχθέν οικονομικό αποτέλεσμα στον προμηθευτή του.

Διατάξεις:

ΠΔ: 219/1991, 249/1993, 88/1994 και 312/1995,
Οδηγίες: 86/653/ΕΟΚ , (Απόσπασμα)

Αριθμός 874/2002

Εφετείο Αθηνών

Πρόεδρος: Γ. Ναυπλιώτης
Εισηγητής: Ε. Παναγιωτάκη
Δικηγόροι: Γ. Βαρελάς, Χ. Βερβενιώτης

1. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι η σύμβαση, με την οποία τρίτος που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει, έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο), με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Έτσι βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: (1) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, (2) η σταθερότητα της σχέσης, (3) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, (4) η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη, μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων), και (5) η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε, ούτε σταθερά ούτε ασφαλή (ΑΠ 812/1991 ΕλΔνη 32, 1490 (και παρατηρήσεις κάτω από αυτή Μ. Θ. Μαρίνου, σελ. 1491 επ.), ΑΠ 70/77 ΕΕμπΔ ΚΗ΄ 553, ΑΠ 887/74 ΝοΒ 23.492, Α. Γεωργιάδη «Η σύμβαση franchising» ΝοΒ 39, σελ, 196, §§ 1-3, Ι. Ανδρουτσόπουλο «Η σύμβασις εμπορικής αντιπροσωπείας», 1968, § 2 II, σελ. 8 επ., Ον. Φαρμακίδης «Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής», 1990, σελ. 10, Θ. Λιακόπουλος «Γεν. Εμπ. Δίκ.», 1998, σελ. 182 επ., παρατηρήσεις Β. Αντωνόπουλου, Αρμ. ΛΖ΄ 497). Η σύμβαση αυτή ήδη ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», όπως ισχύει μετά τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του, ενώ για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται οι διατάξεις του από την 1.1.94 (άρθρο 11), υπό την έννοια προφανώς ότι οι συμβάσεις αυτές θα εξακολουθούν να λειτουργούν και μετά την ημερομηνία αυτή. Διαφορετικά, εφόσον έχουν λήξει, από έλλειψη ειδικών διατάξεων στον ΕμπΝ, εφαρμόζονται, κατά πάγια νομολογία, ενόψει του ότι οι συμβάσεις αυτές ταυτίζονται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία τους με τη σχέση της παραγγελίας, οι διατάξεις του άρθρου 90 του ΕμπΝ που διέπουν την τελευταία, οι οποίες συμπληρώνονται κατά τα άρθρα 91 ΕμπΝ και 3 ΕισΝΑΚ, από τις περί εντολής διατάξεις του, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθ. 719 εδ. α΄ του ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής ή έλαβε για την εκτέλεσή της και δεν το δαπάνησε (ΑΠ 812/91 ό.π., ΑΠ 1277/85 ΕΕμπΔ 1987, 37, ΑΠ 70/77 ΕΕμπΔ ΚΗ 553, ΑΠ 887/74 ΕΕμπΔ ΚΣΤ 393, ΕφΑθ 6642/92 ΕΕμπΔ 1992, 221, ΕφΘεσ 3558/91 ΕΕμπΔ ΜΔ 411, ΕφΘεσ 2680/87, Αρμ. ΜΒ΄ 676, ΕφΑθ 7964/82 ΕλΔ 42,75). Εάν ο εντολοδόχος δεν εκτελέσει την πράξη κατά τους όρους της εντολής και δεν αποδώσει στον εντολέα το ποσό που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, αλλά το ιδιοποιείται παράνομα, διαπράττει υπεξαίρεση, κατά το άρθ. 375 Π.Κ. (ΑΠ 1624/95 ΠΧ ΜΣΓ, 1029, ΑΠ 1555/94 ΠΧ ΜΔ΄ 1276, ΑΠ 1063/93 ΠΧ ΜΓ.818, ΑΠ 1266/89 ΠΧ Μ', 584), για την πράξη του δε αυτή, που είναι ταυτόχρονα και αστικό αδίκημα, ευθύνεται, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθ. 914, 297, 298 ΑΚ, προς αποζημίωση του εντολέα, (Απ. Γεωργιάδη Ενοχ. Δ., γεν. μέρος, έκδ. 1999, σελ. 586, Μ. Σταθόπουλου Γεν. Ενοχ. Δ. έκδ. Γ, σελ. 288, ΑΚ. Γεωργιάδη-Σταθοπούλου άρθ. 719 αριθ. 1). Επίσης, στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται, κατ' αναλογία, και οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 AK. H πρώτη παρέχει στον εντολέα το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή να υφίσταται επιζήμιες συνέπειες, ακόμη και όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Ως ανάκληση της εντολής, κατά την έννοια του άνω άρθρου 724 ΑΚ πρέπει να θεωρηθεί και η διεξαγωγή της υποθέσεως από τον ίδιο τον εντολέα. Συμβατικός περιορισμός ή και αποκλεισμός του δικαιώματος ανακλήσεως είναι δυνατός κατά το εδ. 2 του άνω άρθρου 724 ΑΚ μόνο όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου. Συνάγεται δε ότι συντρέχει περίπτωση παραιτήσεως όταν η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε η ανάκληση, παρά την αντίθετη συμφωνία, γεννά υπέρ του εντολοδόχου αξίωση αποζημιώσεως, εκτός αν στηρίζεται σε (αποδεικνυόμενο από τον εντολέα) σπουδαίο λόγο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 725 ΑΚ λύση της συμβάσεως εντολής επιφέρει και η καταγγελία της από μέρους του εντολοδόχου, η οποία επίσης είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας. Γίνεται δε δεκτό, ότι η καταγγελία δε στερεί στον εντολοδόχο το δικαίωμα αποζημιώσεως (ΑΚ 723) αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα (ΑΠ 887/74 ό.π., Ε.Θ. 3558/91 ό.π., Καποδίστριας στην ΕρμΑΚ άρθ. 724 αριθ. 19 επ. και 725 αριθ. 16, Καράσης στον ΑΚ Γεωργ. Σταθ., άρθ. 724-725 αριθ. 2, Καυκάς άρθ. 724 § 2, 725 § 2 σημ.1).
2. Στη διεθνή εμπορική πρακτική και τη συναφή νομική βιβλιογραφία γίνεται διάκριση μεταξύ της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αφενός και της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αφετέρου. Η τελευταία είναι επίσης μία διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση (σύμβαση-πλαίσιο), ορισμένου ή αόριστου χρόνου, με την οποία, με την πιο συνηθισμένη εμφάνισή της στις συναλλαγές, ο μεν παραγωγός ή μεγαλέμπορος (προμηθευτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί (κατ’ αποκλειστικότητα) στον αντισυμβαλλόμενό του διανομέα, τα προϊόντα του και να του παρέχει συνεχή υποστήριξη, εφοδιάζοντάς τον σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο δε διανομέας να προμηθεύεται (αγοράζει) αποκλειστικά από τον προμηθευτή τα σχετικά προϊόντα, για τα οποία οφείλει να του καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα, και να τα μεταπωλεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, οργανώνοντας όμως την επιχείρησή του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής του παραγωγού-εμπόρου και να τηρεί τους δικούς του εμπορικούς όρους, όπως διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρέτησης πελατών. Στις βασικές υποχρεώσεις του αποκλειστικού διανομέα, ανήκει, επίσης, η διατήρηση επαρκούς αποθέματος εμπορευμάτων, καθώς και ανάλογου προσωπικού για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση του δικτύου διανομής και την προώθηση των πωλήσεων, που αποτελεί τον απώτερο σκοπό της συνεργασίας των συμβαλλομένων, και την αντιπαροχή του διανομέα, για το παραχωρούμενο δικαίωμα αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της συμφωνίας. Τα τυπολογικά χαρακτηριστικά του αποκλειστικού διανομέα (όπως και του εμπορικού αντιπροσώπου) είναι ότι οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, είναι ανεξάρτητος έμπορος με δική του επαγγελματική στέγη, και υπερασπίζεται τα συμφέροντα του παραγωγού-εμπόρου. Όμως (α) δεν ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του προμηθευτή, βασικό χαρακτηριστικό της σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, (β) δεν παίρνει προμήθεια και (γ) δεν υποχρεούται να μεταφέρει το επιτευχθέν οικονομικό αποτέλεσμα στον προμηθευτή του (βλ. Α. Γεωργιάδη «Η σύμβαση franchising», ό.π., Ηλ. Σουφλερό «Οι συμβάσεις franchising στο ελληνικό και το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού», 1989, σελ. 36 σημ. 3, σελ. 49, σημ. 4, Ον. Φαρμακίδη, ό.π. σελ. 9, Λ. Γεωργακόπουλο, ΔΕΕ 1998, 113, Λιακόπουλος «Ζητήματα Εμπορικού Δικαίου» σελ. 130, παρατηρήσεις Μ. Μαρίνου κάτω από την ΑΠ 812/91, Β. Αντωνόπουλος ό.π.). Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται από το νόμο, είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση με εμπορικό χαρακτήρα (ΑΚ 361), στην οποία, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, εφαρμόζονται αναλογικά όσα ισχύουν στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία. προσομοιάζει, εφαρμόζονται δηλαδή, οι διατάξεις του ΕμπΝ που διέπουν την παραγγελία (άρθ. 90-94) και συμπληρωματικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΑΠ 812/91 ό.π., ΕΑ 600/2000 αδημ., ΕΑ 6642/92 ό.π.), χωρίς όμως από αυτό να εξάγεται το συμπέρασμα, ότι ο διανομέας διεξάγει τις υποθέσεις του προμηθευτή με την κατ’ αρθ. 713 του ΑΚ έννοια, διότι τότε θα είχαμε σχέση αντιπροσωπείας, που όμως δεν συμβιβάζεται με το βασικό γνώρισμα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που είναι η ανάληψη από το διανομέα και εκτέλεση υποχρεώσεων (επί μέρους συμβάσεις πώλησης των προϊόντων της συμφωνίας) στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό με τους πελάτες του, κατά τα προεκτεθέντα (βλ. Α. Γεωργιάδη, Η σύμβαση franchising, ό.π. 204).
Αποδεικνύονται τα εξής: Η εκκαλούσα εταιρία συνεστήθη το 1978, με έδρα την Αθήνα και σκοπό, (α) την εισαγωγή από το εξωτερικό ή την αγορά εγχώριων βιοτεχνικών ή βιομηχανικών προϊόντων και πρώτων υλών, με σκοπό την εμπορία τους (β) την έρευνα της ημεδαπής και αλλοδαπής αγοράς για την επιτυχή διάθεση ελληνικών και αλλοδαπών προϊόντων, (γ) την εισαγωγή ή την αγορά από την εγχώρια παραγωγή πλαστικών πρώτων υλών και την μετά από επεξεργασία και μεταποίησή τους εμπορία των παραγόμενων από αυτά προϊόντων και (δ) την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα ή το εξωτερικό εταιριών ελληνικών ή αλλοδαπών που είχαν παρεμφερή σκοπό. Από τη σύστασή της συνεργάστηκε με την εταιρία «Κ.Π. ΑΕ», και προώθησε στην ελληνική αγορά τα προϊόντα που η τελευταία παρήγαγε σε εργοστάσιο ιδιοκτησίας της στο Ηράκλειο Κρήτης, μεταξύ των οποίων και πλαστικό φιλμ από P.V.C., που ήταν κατάλληλο για τη συσκευασία, εκτός άλλων, και του πακέτου των τσιγάρων. Η συνεργασία τους διήρκεσε μέχρι τα τέλη του 1983, όταν η «Κ.Π. ΑΕ» έπαυσε τη λειτουργία του εργοστασίου της. Στη συνέχεια και δη τον Ιούνιο του 1984, ιδρύθηκε η εφεσίβλητη εταιρία «C.H. ΑΕ», με έδρα την Αθήνα και σκοπό την εισαγωγή και εμπορία υλικών συσκευασίας καταναλωτικών προϊόντων παραγόμενων, κυρίως από την προαναφερόμενη πλαστική ύλη P. V.C., καθώς και την κατασκευή, εξαγωγή και εμπορία των ίδιων παραπάνω υλικών. Αρχικά εισήγαγε από την Ιταλία τα προϊόντα της μητρικής της εταιρίας, ενώ από τον Οκτώβριο του 1985, το πλαστικό φιλμ από P.V.C., άρχισε να το παράγει η ίδια, στο Ηράκλειο της Κρήτης, στο εργοστάσιο της «Κ.Π. ΑΕ», που μίσθωσε για το σκοπό αυτό. Λίγους μήνες μετά την ίδρυσή της, και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 1984, προκειμένου να επιτύχει την προώθηση των παραπάνω προϊόντων της και στις καπνοβιομηχανίες, και να ενταχθούν αυτές στην πελατεία της, ιδίως δε οι μεγάλες καπνοβιομηχανίες, με τις οποίες η εκκαλούσα είχε προηγούμενη συνεργασία, με σύμβαση που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ του διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της Π.Δ. και του Γ.Α. (ήδη 2ου εκκαλούντος) νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εκκαλούσας «Α.Α. ΕΠΕ», η εφεσίβλητη, ανέθεσε στην εκκαλούσα εταιρία, έναντι προμήθειας, να επιδιώκει την προώθηση των πωλήσεων του πλαστικού φιλμ από P.V.C. για τη συσκευασία του πακέτου των τσιγάρων στις ελληνικές καπνοβιομηχανίες να μεσολαβεί και να διαπραγματεύεται την πώλησή του, κατ' εντολή και για λογαριασμό της, ως άμεση αντιπρόσωπός της, να λαμβάνει παραγγελίες και να τις διαβιβάζει ως προς εκτέλεση, καθώς και να εισπράττει το τίμημα μέσα σε ένα μήνα από την παράδοση των πωληθέντων στους αγοραστές, το οποίο όφειλε να της αποδίδει αμέσως μετά την είσπραξή του, με παρακράτηση εκ μέρους της σχετικής προμήθειας. Αφού καθορίστηκε η προμήθεια της εκκαλούσας σε ποσοστό 4,5% επί της καθαρής (χωρίς την επιβάρυνση με χαρτ/μο 3,6%) αξίας της κάθε σύμβασης στην οποία θα μεσολαβούσε, άρχισε από τότε, Οκτώβριο του 1984, η συνεργασία των διάδικων εταιριών, η οποία διήρκεσε, με την ίδια πάντοτε μορφή, μέχρι τα μέσα Μαρτίου του 1988. Η εφεσίβλητη, για τις πωλήσεις που πραγματοποιούσε με τη μεσολάβηση της εκκαλούσας, εξέδιδε σχετικά τιμολόγια πωλήσεως για τις αγοράστριες εταιρίες, ενώ η εκκαλούσα, προς απόδειξη της είσπραξης της ανάλογης προμήθειάς της, χορηγούσε στην εφεσίβλητη τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Από τις αρχές του 1986, οι διάδικες εταιρίες, προκειμένου να αποφευχθεί η επιβάρυνση της εισπραττόμενης προμήθειας με τέλη χαρτοσήμου (3,6%), συμφώνησαν να μην εκδίδει η εκκαλούσα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αλλά να τιμολογεί αυτή (αντί της εφεσίβλητης) τα πωλούμενα εμπορεύματα, να εκδίδει σύμφωνα με το αρ. 23 Κ.Φ.Σ., τιμολόγια πωλήσεως επί προμήθεια, κατ' εντολή και για λογαριασμό της εφεσίβλητης, και, στο τέλος κάθε μήνα, να χορηγεί στην τελευταία αποδείξεις εκκαθάρισης της προμήθειάς της για τις πωλήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί, χωρίς εκ τούτου να μεταβληθούν ούτε η τυπική μορφή της συνεργασίας τους, αλλά ούτε και οι ειδικότερες συμβατικές υποχρεώσεις της εκκαλούσας, η οποία εξακολουθούσε στην πραγματικότητα μόνο να διαμεσολαβεί στις πωλήσεις του άνω προϊόντος της εφεσίβλητης προς τους τρίτους, να διαβιβάζει σ' αυτή τις παραγγελίες τους και να εισπράττει κατ' εντολή και για λογαριασμό της το τίμημα των πωλήσεων αυτών, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί. Στις αρχές του 1987, όταν, αντί του μέχρι τότε εισπραττόμενου από το Δημόσιο χαρτοσήμου επί των τιμολογίων, άρχισε να ισχύει ο ΦΠΑ, και δεν υπήρχε πλέον ζήτημα διπλής χαρτοσήμανσης, η δε επιβάρυνση με ΦΙ ΙΑ ήταν η ίδια, ανεξάρτητα από τον αριθμό των πωλήσεων που μεσολαβούσαν, η εκκαλούσα, για φορολογική διευκόλυνσή της, και συγκεκριμένα για να μπορεί να δικαιολογεί δαπάνες λειτουργίας της επιχείρησής της, τις οποίες δεν μπορούσε να δικαιολογήσει με το σύστημα των εισπραττόμενων από την εφεσίβλητη προμηθειών, ζήτησε από την τελευταία, και αυτή αποδέχθηκε, να γίνεται διπλή τιμολόγηση των πωλήσεων στις οποίες αυτή διαμεσολαβούσε. Η μορφή της συνεργασίας τους, όμως, και πάλι δεν μεταβλήθηκε, αλλά εξακολούθησε όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί, τα δε τιμολόγια που εκδίδονταν από τις αρχές του 1987 και μέχρι το τέλος της συνεργασίας τους, δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συναλλακτικές σχέσεις των συμβαλλομένων, αφού για όλες τις πωλήσεις που είχαν καταρτιστεί μεταξύ της ενάγουσας και των τρίτων αγοραστών, με τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα της εκκαλούσας εταιρίας, η μεν εφεσίβλητη εξέδιδε τιμολόγια πωλήσεως στα οποία εικονικώς αναγραφόταν το όνομα της εκκαλούσας εταιρίας ως αγοράστριας, η δε τελευταία στη συνέχεια εξέδιδε νέα (εικονικά) τιμολόγια πωλήσεως προς τους αγοραστές τρίτους, μολονότι δεν μεταπωλούσε τα προϊόντα της εκκαλούσας προς αυτούς. Συγκεκριμένα, κατά την εκτέλεση παραγγελίας οποιασδήποτε αγοράστριας καπνοβιομηχανίας (πελάτισσας της εφεσίβλητης) την οποία η εκκαλούσα είχε διαβιβάσει στην εφεσίβλητη, η μεν τελευταία εξέδιδε στο όνομα της εκκαλούσας τιμολόγιο «επί πιστώσει» στο οποίο, αντί της συμφωνημένης με την αγοράστρια τιμής μονάδος, αναγραφόταν τιμή μειωμένη κατά το ποσό της προμήθειας, ήτοι κατά ποσοστό 4,5%, η δε εκκαλούσα για την ίδια παραγγελία εξέδιδε ένα ή περισσότερα τιμολόγια στο όνομα της αγοράστριας καπνοβιομηχανίας, με τιμή μονάδος αυξημένη κατά το ποσοστό της προμήθειάς της, που ήταν και η συμφωνημένη με την αγοράστρια τιμή. Σύμφωνα δε με το σύστημα αυτό τιμολόγησης, η εκκαλούσα από το τίμημα που εισέπραττε, κατ' εντολή και για λογαριασμό της εφεσίβλητης, είχε υποχρέωση να της αποδίδει μόνο το ποσό που αναφερόταν στο τιμολόγιο της τελευταίας, δεδομένου ότι το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχούσε στην προμήθειά της, την οποία, κατά τη συμφωνία είχε δικαίωμα να την παρακρατεί. Όταν δε από λάθος του λογιστηρίου της εφεσίβλητης στα τιμολόγια που χορηγούσε στην εκκαλούσα ανέγραφε την πραγματική (τελική) τιμή μονάδος, η εκκαλούσα στη συνέχεια εξέδιδε για τις αγοράστριες τιμολόγια με την ίδια τιμή, ενώ η εφεσίβλητη, για τον προσδιορισμό και παρακράτηση της προμήθειας που η εκκαλούσα δικαιούτο της χορηγούσε ισόποσα προς την προμήθειά της πιστωτικά σημειώματα. (...)