1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Προσβολή δημόσιας διαθήκης.

 E-mail

- Προσβολή δημόσιας διαθήκης. Είδη προσβαλλομένων με αναίρεση αποφάσεων. Παθητική νομιμοποίηση στην αναίρεση. Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης. Αναίρεση για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου.
- Σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου.
- Η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία.
- Εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση.
- Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
- Λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγω αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς.
- Η ένσταση περί μη προσαγωγής του πιστοποιητικού Οικονομικού Εφόρου για την καταβολή του φόρου κληρονομίας προτείνεται από τους ενδιαφερόμενους σε κάθε στάση της δίκης, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, με την ένσταση δε αυτή αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης, όπως και κάθε άλλη ενέργεια, ώσπου να προσαχθεί το πιστοποιητικό αυτό.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 68, 76, 80, 82, 83, 118, 339, 432, 553, 556, 558, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 14, 559 αριθ. 19, 559 αριθ. 20, 566, 577
Νόμοι: 2892/2001
ΝΔ: 118/1973 άρθ. 106 ΒούλαΑριθμός 2100/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΠΑ) ΑΕ», και ήδη Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομίμως ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας «ΔΕΠΑ ΑΕ» η οποία εκπροσωπήθηκε από τους Σωτήριο Μπρέγιαννο και Σοφία Μιχελάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σιούλη και 2. Δήμου Φυλής νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο Φυλής, που εδρεύει στην Φυλή Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Πισσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-1996 αγωγή του 1ου αναιρεσιβλήτου, την από 4-10-1996 προσεπίκληση και αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 14-1-1997 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3779/1997, 3350/2002 προδικαστικές, 5134/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7002/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο οριστικών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-12-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 10-10-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ ΑΠ 11/1992). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση που ασκείται από το διάδικο, υπέρ του οποίου είχε ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, δεν απαιτείται να απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται περί αυτοτελούς ή μη αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Η κρινόμενη επομένως, αίτηση αναίρεσης της εναγομένης, καθόσον μεν στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και κατ’ έφεση την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας - εναγομένης ύστερα από προσεπίκλησή του σε αναγκαστική παρέμβαση από μέρους της ως δικονομικού εγγυητή της, πρέπει να απορριφθεί, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως απαράδεκτη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ. ΑΠ 40/1986, Ολ. ΑΠ 16/1990, ΑΠ 1565/2001).
Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται και κατά της 5134/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της κατά της οποίας έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, 7002/2005, οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα, αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, αφενός μεν, της ΧΧΧ δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.Φ.Λ., με την οποία ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Β1 εγκατέστησε κληρονόμο του στα σ’ αυτή ειδικότερα μνημονευόμενα ακίνητα, μεταξύ άλλων, τη θυγατέρα του Ψ (και θετή μητέρα του ενάγοντος), αφετέρου δε, της ΧΧΧ δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.Π.Κ., με την οποία ο Γ1, εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας χωρίς διαθήκη πιο πάνω συζύγου του κατά ποσοστόν 1/4 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιαία ακίνητη περιουσία της τελευταίας, εγκατέστησε, μεταξύ άλλων, κληρονόμο του στο ανήκον στον ίδιο πιο πάνω ιδανικό μερίδιο στα κληρονομιαία ακίνητα της θανούσας συζύγου του Ψ του ενάγοντος (θετό γιο του), με το να δεχθεί το κρίσιμο για την τύχη της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής γεγονός, ότι μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων, στην πρώτη μεν από τις προμνημονευόμενες διαθήκες, περιλαμβάνεται και ακίνητο κείμενο στη θέση «ΧΧΧ» -αγρός-, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, στη δεύτερη δε, ότι ο αναφερόμενος σ’ αυτή αγρός που βρίσκεται στη θέση «ΧΧΧ», συνολικής έκτασης δέκα (10) στρεμμάτων, ταυτοποιείται με κάποιον από τους διαλαμβανόμενους στην πρώτη διαθήκη αγρούς.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε σχετικά τα ακόλουθα: «Δυνάμει της υπ’ αριθ. ΧΧΧ δημόσιας διαθήκης του συμ/φου Αθηνών Ι.Λ. που δημοσιεύτηκε νόμιμα, ο Β1, ο οποίος απεβίωσε στις 19-2-1944 κατέλιπε στη θυγατέρα του και μητέρα του ενάγοντος Ψ, λόγω κληρονομίας εκτός των άλλων και ένα αγρό, εμβαδού 9.810,30 μ, τ., που βρίσκεται στη θέση «ΧΧΧ» του Δήμου Φυλής. Στις 30-10-1975 απεβίωσε η μητέρα του ενάγοντος και κληρονομήθηκε κατά τα 3/4 από αυτόν και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από τον πατέρα του Γ1 . Ο τελευταίος απεβίωσε στις 26-3-1983 και κληρονομήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. ΧΧΧ δημόσιας διαθήκης του που συντάχθηκε ενώπιον του συμ/φου Αθηνών Β.Κ. και δημοσιεύτηκε νόμιμα, από τον ενάγοντα. Την κληρονομία αυτή αποδέχτηκε ο ενάγων με την υπ’ αριθ. ΧΧΧ πράξη αποδοχής του συμ/φου Περιστερίου Β.Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι περιήλθε σ’ αυτόν και το υπόλοιπο 1/4 του πιο πάνω ακινήτου από κληρονομιά του πατέρα του».
Εξάλλου, από την ΧΧΧ δημόσια διαθήκη, που προμνημονεύθηκε, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι ο κληρονομούμενος Β1 κατέλιπε στη θυγατέρα του Ψ: «1) Εξ ενός αγρού κειμένου εις θέσιν «ΧΧΧ» στρεμμάτων του όλου δώδεκα (12) μόνον (6) στρέμματα και προς το δυτικό μέρος του όλου κτήματος μετά του φρέατος του εν αυτώ ό θα έχουσι κοινώς μετά της ετέρας αδελφής της ... 2) Αγρόν εις θέσιν «ΧΧΧ» στρεμμάτων δέκα οκτώ (18) ως έγγιστα. 3) Αγρόν εις θέσιν «ΧΧΧ» στρεμμάτων δώδεκα (12). 4) Αγρόν εις θέσιν «ΧΧΧ» στρεμμάτων δώδεκα (12). 5) Αγρόν εις θέσιν «ΧΧΧ» εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων μετά των εν αυτώ εννέα (9) ελαιών. 6) Αγρού εις θέσιν «ΧΧΧ» ή «ΧΧΧ» στρεμμάτων του όλου δέκα (10) μόνο τρία (3) στρέμματα προς το υψηλότερο μέρος και Βορείως κείμενο. 7) Εξ ενός αγρού κειμένου στη θέση «ΧΧΧ» εννέα στρεμμάτων του όλου, μόνον τρία (3) στρέμματα προς Βορράν κείμενα του όλου κτήματος. 8) Αγρού εις θέσιν «ΧΧΧ» περιφερείας ΧΧΧ στρεμμάτων εννέα (9) αποτελούντα το βορεινό λαχίδι και το υψηλότερο του εκεί άλλου ευρισκομένου. 9) Αγρόν εις θέσιν «ΧΧΧ» στρέμματος ενός (1) ως έγγιστα μετά των εν αυτώ ελαιοδένδρων. 10) Αγρόν εις θέσιν «ΧΧΧ» εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων. 11) Ένα οικόπεδο κείμενο εις θέσιν «ΧΧΧ» εκτάσεως οκτακοσίων (800) ως έγγιστα μέτρων».
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ΧΧΧ δημόσιας διαθήκης, που, επίσης, προμνημονεύθηκε, προκύπτει, ότι ο θανών Γ1 κατέλιπε στον ενάγοντα «το εν τέταρτον (1/4) εξ αδιαιρέτου επί των κάτωθι αγρών, τα οποία εκληρονόμησε από την σύζυγό του Ψ, ήτοι 1) Αγρού ... 6) Αγρού κειμένου εις θέσιν «ΧΧΧ» συνολικής εκτάσεως δέκα στρεμμάτων...». Από το περιεχόμενο πράγματι της ΧΧΧ δημόσιας διαθήκης δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι η θανούσα Ψ κληρονόμησε από τον πατέρα της Β1 και αγρό κείμενο στη θέση «ΧΧΧ», συνολικού εμβαδού δέκα (10) στρεμμάτων, το 1/4 εξ αδιαιρέτου του οποίου κατέλιπε η ίδια στο σύζυγό της Γ1 με τη ΧΧΧ δημόσια διαθήκη της. Το Εφετείο, όμως, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου αγρού, που βρίσκεται στη θέση «ΧΧΧ» του Δήμου Φυλής Αττικής, συνολικού ήδη εμβαδού 9.810,30 τετρ. μέτρων, ο οποίος περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και με παράγωγο τρόπο, δηλαδή από τις διαδοχικές κληρονομίες των θανόντων θετών γονέων του Ψ και Γ1, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα, που ορίστηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στην οποία βεβαιώνεται ότι «το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος» και στην ερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1962, 1981 και 1990 της ΓΥΣ, που έγινε από τον πιο πάνω πραγματογνώμονα, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις επίμαχες δημόσιες διαθήκες. Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός των παραπάνω, να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολομ. ΑΠ 20/2005, 27/1998 και 32/1996). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μεν λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ως νόμιμο τίτλο του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου την από ΧΧΧ διαθήκη του Β1 , ενώ με αυτή δεν περιγράφεται ως κληρονομιαίο ακίνητο «αγρός στη θέση «ΧΧΧ» (που αναφέρεται στη μεταγενέστερη διαθήκη του Γ1), ούτε αναφέρεται στην ίδια διαθήκη ότι από το διαθέτη διαιρέθηκε αγρός στη θέση «ΧΧΧ» σε δύο τμήματα «το βόρειο λαχίδι και το υψηλότερο...», όπως η διαίρεση αυτή αναφέρεται στους αγρούς που βρίσκονται στη θέση «ΧΧΧ» ή «ΧΧΧ» (αριθμός 6) και «ΧΧΧ» (αριθμός 8), συνολικού εμβαδού 10 και 9, αντίστοιχα, στρεμμάτων, ακολούθως δε, δέχθηκε την κτήση της κυριότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομία), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), με τον τρίτο δε λόγο της αναίρεσης προβάλλεται, επίσης, η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, παραβιάζοντας ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού, μολονότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή ότι «στον Β1 ο αγρός (επίδικος) είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του Β το έτος 1865 περίπου», απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κτήσης ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος Δήμου Φυλής (άμεσου δικαιοπαρόχου της) με χρησικτησία, καθώς και τον ισχυρισμό της ίδιας περί του ότι το εν λόγω ακίνητο, ως ανήκον στον παραπάνω Δήμο, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, εφόσον δεν εκτίθενται σ’ αυτούς οι συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, δεν αναφέρεται, επίσης, στους ίδιους ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ο διαλαμβανόμενος σ’ αυτούς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκαν ή δεν εφαρμόστηκαν συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, τέλος, δεν εκτίθενται σ’ αυτούς με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 12/2000). Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 106 § § 1 και 2 του ν.δ. 118/1973 «περί κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείου» (και ήδη της αντίστοιχης διάταξης του ν. 2892/2001), με την οποία, μεταξύ άλλων, ορίζεται, ότι: «Απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια επί αγωγής ή αίτησης και κάθε ένδικου μέσου που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου σε σχέση με αντικείμενο της κτήσεως (με εξαίρεση την αίτηση προς έκδοση κληρονομητηρίου κατά την παρ. 4 του ίδιου όρθρου), εφόσον δεν προσάγεται πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου περί υποβολής σ’ αυτόν της κατά νόμο δήλωσης ή έκδοσης απ’ αυτόν πράξης επιβολής φόρου. Η ένσταση περί μη προσαγωγής του αμέσως ανωτέρω πιστοποιητικού προτείνεται από τους ενδιαφερόμενους σε κάθε στάση της δίκης, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, με την ένσταση δε αυτή αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης, όπως και κάθε άλλη ενέργεια, ώσπου να προσαχθεί το πιστοποιητικό αυτό. Σε περίπτωση αναστολής της προόδου της δίκης, λόγω μη προσαγωγής από τον υπόχρεο του κατά τα άνω πιστοποιητικού, καθένας που μετέχει νόμιμα στη δίκη μπορεί να υποβάλει στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου και στη συνέχεια, προσκομίζοντας τη χορηγούμενη από τον Οικονομικό Έφορο βεβαίωση για την ενέργεια αυτή, να επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης». (Ολ. ΑΠ 1331/1985).
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω μη επίκλησης, αλλά και μη προσκομιδής από τον πρώτο αναιρεσίβλητο πιστοποιητικό του οικείου Οικονομικού Εφόρου περί υποβολής σ’ αυτόν των δηλώσεων φόρου κληρονομίας των διαδοχικά θανόντων θετών γονέων του Ψ και Γ1, αντίστοιχα, που αφορούν το επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-12-2005 αίτηση για αναίρεση της 7002/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 5134/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2007.