1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, που έγινε, αφενός έως την έναρξη ισχύος του νόμου 1329/1983 και αφετέρου στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου, έγινε δε, είτε προς νόμιμο, είτε προς μη νόμιμο μεριδούχο εκείνου, μπο

 E-mail

- Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, που έγινε, αφενός έως την έναρξη ισχύος του νόμου 1329/1983 και αφετέρου στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου, έγινε δε, είτε προς νόμιμο, είτε προς μη νόμιμο μεριδούχο εκείνου, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα κάποιου μεριδούχου του κληρονομουμένου (ΑΠ 430/2000 Δνη 41.1624). Επομένως οι προϋποθέσεις της μέμψης είναι: α. η ύπαρξη αναγκαίων κληρονόμων, β. προσβολή της νόμιμης μοίρας, γ. αδυναμία καλύψεως της νόμιμης μοίρας με την πραγματική κληρονομία (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ στα άρθρα 1835-1838), και δ. ύπαρξη άστοργης δωρεάς με την οποία να προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα (Ι. Σ. Σπυριδάκη «η Μέμψη Άστοργης Δωρεάς», 1998, σελ. 22). Δηλαδή χαριστικής δικαιοπραξίας, υπό την έννοια του άρθρου 1831 ΑΚ (ΑΠ 518/2006), ως τοιαύτης νοούμενης και της δωρεάς εν ζωή προς τρίτους που έγινε κατά την προ του θανάτου του κληρονομουμένου δωρητή δεκαετία και δεν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
- Υπολογιμσός νόμιμης μοίρας κατιόντος κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1813 §§ 1 και 3, 1820, 1825, 1831, 1833, 1834, 1895 και 1899 ΑΚ.
- Ένορκες βεβαιώσεις. Ποιες λαμβάνονται υπόψη.

Διατάξεις:

ΑΚ: 1493, 1813, 1820, 1825, 1831, 1833, 1834, 1835, 1895, 1899
Νόμοι: 1329/1983 Νατάσα-(Απόσπασμα)

Αριθμός 41/2007

Εφετείο Ναυπλίου

Πρόεδρος: Παναγ. Θεοδωρόπουλος
Εισηγητής: Παναγ. Κούκλης, Εφέτης
Δικηγόροι: Μιχ. Μαρνέζης, Βασ. Μουκούλης

...ΙI. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 27-2-2003 και με αριθμό καταθέσεως ΧΧΧ/ΤΜ ΧΧΧ/5-3-2003 αγωγή. Σ’ αυτή εξέθεσε ότι ο άνευ διαθήκης αποβιώσας στις 3-12-1995 στο ΧΧΧ Κορινθίας πατέρας του Θ.Λ., κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον ίδιο, την θυγατέρα του (αδελφή του ενάγοντος) Μ., ήδη σύζυγο Χ.Β. και την σύζυγό του (μητέρα του ενάγοντος) κατά ποσοστό 6/16, 6/16 και 4/16 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως. Ότι η υπάρχουσα κατά τον χρόνο του θανάτου του εν λόγω κληρονουμένου πραγματική κληρονομιαία περιουσία, το μοναδικό στοιχείο της οποίας περιγράφεται λεπτομερώς κατά θέση, όρια, έκταση και αξία, δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του, καθόσον αυτή προσβάλλεται με τις αναφερόμενες και γενόμενες κατά την προ θανάτου δεκαετία δύο δωρεές εν ζωή του κληρονομουμένου πατέρα του προς τρίτους, (μη αναγκαίους κληρονόμους), ήτοι προς την Θ. Β. και την εναγομένη αδελφή της, εγγονές του κληρονομουμένου. Ζήτησε δε να ανατραπεί η προς την εναγομένη δωρεοδόχο χρονικώς μεταγενέστερη δωρεά ως άστοργη κατά ποσοστό 1/5, κατά το οποίο θίγει τη νόμιμη μοίρα του και να υποχρεωθεί η εναγομένη δωρεοδόχος να του μεταβιβάσει κατά κυριότητα και κατά το εν λόγω ποσοστό το δωρηθέν ακίνητο, άλλως και στην περίπτωση που αυτό δεν σώζεται, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 8.363,90 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του ελλείποντος ποσοστού της νόμιμης μοίρας του. Με αφορμή την αγωγή αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 79/2005 οριστική απόφαση, με την οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η προσβληθείσα δωρεά εν ζωή έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή και δεν μπορεί να υπολογισθεί στην κληρονομία (να προσβληθεί και ανατραπεί ως άστοργη). Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ολικά ηττηθείς ενάγων με τους αναφερόμενους στην υπό κρίση έφεση λόγους, αναγομένους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, επί τω τέλει να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του ως ουσιαστικά βάσιμη.
III. Στο άρθρο 1835 παρ. 1 ΑΚ, που έχει υπότιτλο «Μέμψη άστοργης δωρεάς» και του οποίου η διατύπωση δεν τροποποιήθηκε με το ν. 1329/1983, ορίζεται ότι: «κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομιά που υπάρχει κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται τρόπος προστασίας του μεριδούχου όταν η νόμιμη μοίρα του προσβάλλεται με χαριστικές εν ζωή πράξεις του κληρονομουμένου. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 και ως προς εκείνη του άρθρου 88 του νόμου αυτού, συνάγεται ότι κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, που έγινε, αφενός έως την έναρξη ισχύος του νόμου 1329/1983 και αφετέρου στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου, έγινε δε, είτε προς νόμιμο, είτε προς μη νόμιμο μεριδούχο εκείνου, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα κάποιου μεριδούχου του κληρονομουμένου (ΑΠ 430/2000 Δνη 41.1624). Επομένως οι προϋποθέσεις της μέμψης είναι: α. η ύπαρξη αναγκαίων κληρονόμων, β. προσβολή της νόμιμης μοίρας, γ. αδυναμία καλύψεως της νόμιμης μοίρας με την πραγματική κληρονομία (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ στα άρθρα 1835-1838), και δ. ύπαρξη άστοργης δωρεάς με την οποία να προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα (Ι. Σ. Σπυριδάκη «η Μέμψη Άστοργης Δωρεάς», 1998, σελ. 22). Δηλαδή χαριστικής δικαιοπραξίας, υπό την έννοια του άρθρου 1831 ΑΚ (ΑΠ 518/2006 ΝΟΜΟΣ), ως τοιαύτης νοούμενης και της δωρεάς εν ζωή προς τρίτους που έγινε κατά την προ του θανάτου του κληρονομουμένου δωρητή δεκαετία και δεν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Επομένως: 1. Η μέμψη άστοργης δωρεάς είναι η αγωγή του μεριδούχου, του οποίου η νόμιμη μοίρα προσβάλλεται με δωρεά, 2. χωρεί μόνο και κατά το μέρος που η πραγματική κληρονομιά δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας, 3. σε μέμψη υπόκεινται μόνο δωρεές, που κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ συνυπολογίζονται στον καθορισμό της κληρονομιάς, με βάση την οποία υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα. 4. Αν οι δωρεές είναι περισσότερες η μέμψη αρχίζει από την χρονικά τελευταία δωρεά και προχωρεί στις χρονικά αμέσως προηγούμενες δωρεές, εωσότου φθάσουμε σε δωρεά που δεν θίγει τη νόμιμη μοίρα, κατά της οποίας και δεν χωρεί μέμψη (Εφ. Ιωαν. 168/2005 Δνη 47.576). Όπως είναι πρόδηλο, για να διαπιστωθεί η προσβολή της νόμιμης μοίρας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 1825 παρ. 1 του ΑΚ είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδος (ΑΠ 518/2006 ΝΟΜΟΣ), είναι απαραίτητο να καθορισθεί, όχι το ποσοστό της, αλλά η αξία της. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1813 §§ 1 και 3, 1820, 1825, 1831, 1833, 1834, 1895 και 1899 ΑΚ, για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας κατιόντος, εφόσον συντρέχει επιζών σύζυγος και υπάρχουν υποκείμενες σε συνεισφορά και καταλογισμό παροχές, αφαιρείται από την πράγματι καταλειφθείσα κληρονομιά το 1/4 αυτής, ήτοι το εξ αδιαθέτου μερίδιο του επιζώντος συζύγου. Στο υπόλοιπο από την αφαίρεση αυτή προστίθενται οι ανωτέρω, υποκείμενες σε συνεισφορά και καταλογισμό, παροχές. Επί του προκύπτοντος αθροίσματος, το οποίο αποτελεί την πλασματική κληρονομιά, υπολογίζεται η εξ αδιαθέτου μερίδα του κατιόντος. Ακολούθως, αφαιρείται από αυτή η υποκείμενη σε συνεισφορά παροχή, η οποία έγινε προς το συγκεκριμένο κληρονόμο. Επί του υπολοίπου αυτού εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του εν λόγω κληρονόμου, από την οποία αφαιρείται στη συνέχεια το μισό της καταλογιστέας παροχής. Το υπόλοιπο της αφαιρέσεως αυτής τίθεται ως αριθμητής κλάσματος, με παρονομαστή την αξία της πραγματικής κληρονομιάς. Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός, ο οποίος προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή διά του παρονομαστή, αποτελεί το ποσοστό, το οποίο δικαιούται να λάβει ο μεριδούχος κατιών από καθένα των αντικειμένων της πραγματικής κληρονομιάς (ΑΠ 1303/01 ΕλΔ 44.472, 1306/99 ΝοΒ 48.1562, 902Π5 ΝοΒ 24.252, Μπαλής, ΚληρΔ, § 153, Βουζίκας, ΚληρΔ, τεύχος Β', 1975, § 148Λ/Ι, σελ. 614, 615, Παπαντωνίου, ΚληρΔ, 1985, § 129, σελ. 432). Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1831 § 2 και 1833 ΑΚ, για τον προσδιορισμό της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, επί της οποίας υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα προστίθενται στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, ήτοι υπόκεινται σε συνεισφορά (συνυπολογισμό), οι προς τους μεριδούχους, χωρίς αντάλλαγμα, παροχές του κληρονομουμένου, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, αφού ο περιορισμός αυτός, ήτοι να μην έγινε η δωρεά από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ισχύει μόνο για τις προς τους τρίτους (μη μεριδούχους) δωρεές του κληρονομουμένου (ΑΠ 171/03 ΝοΒ 51.1840, ΕλΔ 44.1330, Εφ Ιωαν. 168/2005 Δνη 47. 576, Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόττουλου, άρθρα 1831-1834, αρ. 33, 42, 43). Επειδή δε η πρόσθεσή τους στην κληρονομιά γίνεται με την αξία, την οποία είχαν κατά το χρόνο, κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν, αν, μετά την παροχή και πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου, κατά τον οποίο αποτιμάται και η κληρονομιά, επέλθει ουσιώδης υποτίμηση στην τρέχουσα αξία του νομίσματος ή μεταβολή αυτού, πρέπει, κατ’ εφαρμογή της, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, αρχής της καλής πίστεως, η αξία της παροχής σε δραχμές κατά το χρόνο πραγματοποιήσεως της να αναχθεί στο ισάξιο του ποσού αυτού σε δραχμές στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (ΑΠ 1047/98 ΕλΔ 40.126, 71/98 ΝοΒ 47.405, ΕφΙωαν 168/2005 Δνη 47.576). Αν δωρήθηκε η ψιλή κυριότητα πράγματος και παρακρατήθηκε η επικαρπία από τον δωρητή κληρονομούμενο, εφ’ όρου ζωής του ή τρίτου, λαμβάνεται υπόψη η αξία της ψιλής κυριότητος κατά τον χρόνο της δωρεάς και αν ακόμη η επικαρπία αποσβέστηκε προς όφελος του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου, (Παπαδόπουλος, Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, έκδ. 1995, σελ. 144, Εφ. Αθ. 3873/1996 Δνη 38.1655, Εφ.θεσ. 2742/1995 Δνη 38.1161, Εφ. Αθ. 906/1993 Δνη 37.1135). Η ανατροπή της δωρεάς γίνεται με δικαστική απόφαση, που είναι διαπλαστική. Η σχετική αγωγή ασκείται από μεριδούχο ή τους διαδόχους του μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του και θα έχει ως αίτημα, εφενός μεν αναγνωριστικό της ιδιότητος του ενάγοντος ως νομίμου μεριδούχου και της προσβολής της νόμιμης μοίρας του, αφετέρου δε διαπλαστικό ως προ την ανατροπή της δωρεάς αυτής κατά το μέτρο που απαιτείται για να ικανοποιηθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου (Ι. Σ. Σπυριδάκη, «η Μέμψη Άστοργης Δωρεάς», 1998, σελ. 60-61, Εφ.Δωδ. 115/2004 ΝΟΜΟΣ). Αποτέλεσμα της ανατροπής της δωρεάς είναι η γέννηση ενοχικής απαιτήσεως του ενάγοντος νομίμου μεριδούχου, κατά του δωρεοδόχου προς απόδοση της παροχής που δωρήθηκε, σε έκταση τόση ώστε να καλύπτεται η νόμιμη μοίρα εκείνου (ΑΠ 510/2000 Δνη 41. 1625, ΑΠ 430/2000 Δνη 41.1624). Στην τελευταία αυτή περίπτωση της αυτούσιας απόδοσης το διαπλαστικό δικαίωμα της αποφάσεως συνίσταται στο ότι γεννάται ενοχή του δωρεοδόχου να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και νομή στον μεριδουχο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που δέχτηκε ότι λείπει, συνάμα δε το αναλογούν σ’ αυτό ποσοστό των συλλεγέντων και συλλεκτέων καρπών από του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου και εφεξής, αν υπήρχε σχετικό αίτημα της αγωγής που έγινε δεκτό (ΑΠ 510/2000 Δνη 41.1625). Ο εναγόμενος μπορεί να αμυνθεί κατά της σχετικής αγωγής, προβάλλοντας διάφορες ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και την ένσταση της προσφοράς του ισαξίου, η οποία στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1836 παρ. 1 εδάφ. β ΑΚ, που ορίζει ότι «ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει» (ΑΠ 837/1989 Δνη 31.1278, Ι. Σ. Σπυριδάκη, «η Μέμψη Άστοργης Δωρεάς», 1998, σελ. 268-69 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία και τους θεωρητικούς). Η ένσταση αυτή δεν οδηγεί σε απόρριψη της μέμψεως, αλλά σε διαζευκτική καταδίκη του δωρεοδόχου, ο οποίος καταδικάζεται να καταβάλει το ισάξιο σε ορισμένη προθεσμία και σε περίπτωση που δεν προβεί σε εμπρόθεσμη καταβολή του ισαξίου και των τόκων από της επιδόσεως της μέμψεως (ΑΠ 837/1989 Δνη 31.1278), θα προβλέπεται ανατροπή της δωρεάς. Ο εναγόμενος δωρεοδόχος μπορεί επίσης να προβάλει ότι η δωρεά υπαγορεύτηκε από λόγους ευπρεπείας ή ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος. Ο ισχυρισμός αυτός, λόγω ακριβώς της εισαγομένης με το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ εξαίρεσης, αποτελεί ένσταση, την οποία πρέπει ν’ αποδείξει κατ’ αρ. 338 § 1 και 335 ΚΠολ.Δ. ο ενιστάμενος (Εφ.Δωδ. 15/2004 ΝΟΜΟΣ). Ως δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον χαρακτηρίζονται οι δωρεές που ανταποκρίνονται, σύμφωνα με τις αντιλήψεις που επικρατούν κάθε φορά, σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή (ΑΠ 128/1979 ΝοΒ 27.1093) ή κατ’ άλλη διατύπωση ως «ιδιαίτερο ηθικό καθήκον» νοείται εκείνο, το οποίο κάτω από τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης υποδεικνύεται ως επιβεβλημένο από τις επιταγές της ηθικής. Στα πλαίσια των συνθηκών αυτών λαμβάνεται υπόψη η περιουσία του δωρητή, η κοινωνική θέση του καθώς και οι προσωπικές σχέσεις του με τον δωρεοδόχο, ενώ στην έννοια των δωρεών από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον υπάγονται και οι ανταποδοτικές δωρεές, δηλ. αυτές με τις οποίες ο κληρονομούμενος ήθελε ν’ ανταμείψει τον δωρεοδόχο για τις υπηρεσίες που ο τελευταίος του προσέφερε, χωρίς να έχει κατ’ εκείνου αξίωση από το νόμο για την καταβολή αμοιβής (για τα παραπάνω βλ. ΟλΑ.Π. 1404/1984 ΝοΒ 33.97, Α.Π. 1527/2000 ΕλλΔνη 42.1295, Α.Π. 111/1996 ΝοΒ 46.338, Α.Π. 1412/2000 ΕλλΔνη 42.711, ΕφΑΘ 6349/1999 Ελλ Δνη 41.1414, ΕφΠειρ 532/1997 ΕλλΔνη 39.644, ΕφΠειρ 23/1998 ΕλλΔνη 39. 442, Εφθεσ 696/1989 ΕλλΔνη 30.1012). Επομένως αν το καθήκον, από το οποίο έγινε η δωρεά, δεν είναι ιδιαίτερο (δεν απορρέει από τις ιδιαίτερες σχέσεις δωρητή και δωρεοδόχου), αλλά κοινό, δηλαδή καθήκον που έχει κάθε άνθρωπος για τους συνανθρώπους του, δεν υπάρχει απαγόρευση ανακλήσεως της δωρεάς (ΑΠ 530/1991 Δνη 33.84). Ο χαρακτήρας μιας δωρεάς σαν δωρεάς από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, δεν εξαρτάται από την ονομασία που της έδωσαν οι συμβαλλόμενοι (Εφ.Πειρ. 521/1988 Δνη 31.1478), αλλά είναι έργο του δικαστηρίου να κρίνει τα πραγματικά περιστατικά της συμβάσεως και να αποφασίσει αν η δωρεά είναι από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή όχι. Συνεπώς μόνη η δήλωση του δωρητή στο δωρητήριο συμβόλαιο ότι προβαίνει στη δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν αρκεί για να αποτυπώσει στο συμβόλαιο το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς, ούτε παρέχει πλήρη απόδειξη για τον χαρακτήρα της αυτό, ώστε να αποκλείεται η διάταξη εμμαρτύρων αποδείξεων γι’ αυτό (ΑΠ 799/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 128/1979 ΝοΒ 27.1093, 530/1991 Δνη 33.94, Εφ.ΑΘ. 3386/2003 Δνη 46.854).
IV. Το δικαστήριο εκτιμά: α. τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, κάθε μία τους ξεχωριστά και ταυτόχρονα σε συνδυασμό με την άλλη, ανάλογα με το βαθμό αξιοπιστίας και το μέτρο γνώσεως κάθε μάρτυρα, β. Τις καταθέσεις των εκτός δίκης (ΑΠ 857/1986 ΝοΒ 35.1200) και με πρωτοβουλία του εναγομένου εξετασθέντων μαρτύρων Γ.Κ., Δ.Σ., Ε.Τ., Κ.Λ. και Ν.Κ., εφόσον ελήφθησαν μετά από τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. την με αριθμό ΧΧΧΔ/10-7-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Κ.Π.), περιέχονται δε στις με αριθμούς ΧΧΧ1, ΧΧΧ2, ΧΧΧ3/13-7-2006 και ΧΧΧ4, ΧΧΧ5/14-7-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Σικυώνος Δ.Π., έστω και αν ελήφθησαν μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και το πρώτο προσκομίζονται στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 586/2002 Δνη 44.430, ΑΠ 682/2002 Δνη 42.97, ΑΠ 605/2001 Δνη 43.110) κατά τα άρθρα 529 § 2 και 591 § 2 ΚΠολΔ, αφού από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι ο εκκαλών δεν τις προσεκόμισε στην πρωτόδικη δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια (ΑΠ 1746/2002 Δνη 44.1586, Εφ.Πατρ. 379/1983 Δ. 15.143, Εφ. Αθ. 8563/1983 Δ. 15.447). Και γ. Όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προκειμένου, απ’ όσα δεν οδηγούν σε άμεση απόδειξη να συνάγει δικαστικά τεκμήρια, σε μερικά δε των οποίων γίνεται παρακάτω ειδική μνεία (ΑΠ 587/1992 Δνη 35.1278). Από την επανεκτίμηση και συνεκτίμηση του παραπάνω αποδεικτικού υλικού το δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο Θ.Α.Λ., φυσικός πατέρας του ενάγοντος και παππούς από τη μητέρα της εναγομένης, που είχε γεννηθεί το έτος 1909, κατά τα τελευταία έτη της ζωής του ζούσε μαζί με την σύζυγό του στο ΧΧΧ Κορινθίας και δη στην οικία της κόρης του Μ. συζ. Ι.Β., αδελφής του ενάγοντος και μητρός της εναγομένης. Ο εν λόγω Θ.Λ. και η επίσης γηραιά σύζυγός του ελάμβαναν συντάξεις από το ΙΚΑ και τον ΟΓΑ αντιστοίχως, ενώ είχαν και εισοδήματα από την εκμίσθωση δύο ακινήτων. Η προαναφερθείσα Μ. συζ. Ι.Β. φιλοξενούσε τους εν λόγω γονείς της στην ιδιόκτητη οικία της, χωρίς να αντιμετωπίζει πρόσθετα οικονομικά προβλήματα, δεδομένου ότι ο σύζυγός της εργαζόταν, είχαν εισοδήματα και από την εκμίσθωση διαμερίσματος ή διαμερισμάτων, ενώ χρησιμοποιούσε και τις συντάξεις και τα εισοδήματα των γονέων της. Η Μ.Β. έχει δύο κόρες, την Θ., που γεννήθηκε το έτος 1964 και αφού παντρεύτηκε εγκατεστάθη στην Αθήνα και την Δ. εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, που έχει γεννηθεί το έτος 1961 και είναι πτυχιούχος Γαλλικής φιλολογίας. Η τελευταία μετά τις σπουδές της, το έτος 1990 για ένα χρόνο εργάστηκε στην Αθήνα στο ΙΚΑ και μετά στο ΙΚΑ στην Κόρινθο. Αργότερα εργάστηκε ως καθηγήτρια γαλλικών. Ο ενάγων, που έχει γεννηθεί το έτος 1942, σπούδασε στην Αθήνα στην Σιβιτανίδειο τεχνική σχολή. Φαίνεται ότι κατά το διάστημα των σπουδών του εργαζόταν, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ΧΧΧ/30-6-1987 βεβαίωση του ΙΚΑ (υπκ/μα Κορίνθου), από την 1-6-1961 ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, έχοντας πραγματοποιήσει στον ιδιωτικό τομέα, μέχρι τις 31-12-1963, 346 ημερομίσθια. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο δωρητής είχε δαπανήσει για τις σπουδές του ενάγοντος γιου του το ποσό των 100.000 δρχ., το οποίο και πρέπει να συνυπολογισθεί στην πλασματική ομάδα της κληρονομιάς και να καταλογισθεί στην μερίδα του, δεν απεδείχθη. Σε κάθε περίπτωση (και επί τη εκδοχή ότι έλαβε χώρα η εν λόγω εν ζωή παροχή) δεν απεδείχθη ότι έγινε υπό τον όρο του καταλογισμού στην νόμιμη μοίρα του. Το έτος 1968 διορίστηκε ως εργοδηγός στην πολεοδομία Κορίνθου. Παράλληλα, προς ενίσχυση του εισοδήματος του κατά τις εκτός της εργασίας του ώρες συνέτασσε για ιδιώτες μηχανικούς στατικές μελέτες, ενέργεια για την οποία μετατέθηκε δυσμενώς. Σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ΧΧΧ/13-9-1971 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ι.Γ. ο ενάγων αγόρασε αντί τιμήματος 100.000 δρχ., καταβληθέντος στους πωλητές ενώπιον του συμβολαιογράφου, ένα οικόπεδο κείμενο εντός της κωμοπόλεως του ΧΧΧ Κορινθίας, επί του οποίου στη συνέχεια ανήγειρε την οικία στην οποία κατοικεί. Για την ανέγερση της εν λόγω οικίας στις 15-2-1973 έλαβε δάνειο 200.000 δρχ. από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (βλ. το με αριθμό ΧΧΧ/15-2-1973 δανειστικό συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Σ.Π.). Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο δωρητής είχε δαπανήσει: α. στο τέλος της δεκαετίας του 1960 για την αγορά ενός ΙΧΕ αυτ/του επ’ ονόματι του ενάγοντος 50.000 δρχ., β. για την αγορά του εν λόγω οικοπέδου του ενάγοντος γιου του το ποσό των 200.000 δρχ., και γ. για την ανέγερση της οικίας του ενάγοντος το ποσό του 1.000.000 δρχ., τα οποία ποσά πρέπει να συνυπολογισθούν στην πλασματική ομάδα της κληρονομιάς και να καταλογισθεί στην μερίδα του, δεν απεδείχθη. Σε κάθε περίπτωση (και επί τη εκδοχή ότι έλαβαν χώρα οι εν λόγω εν ζωή παροχές) δεν απεδείχθη ότι έγιναν υπό τον όρο του καταλογισμού στην νόμιμη μοίρα του. Ο ενάγων κατοικούσε στον ίδιο δρόμο με την αδελφή του και τους φιλοξενούμενους απ’ αυτήν γονείς του. Οι σχέσεις του με τον πατέρα του Θ.Λ. και την μητέρα του γενικά ήσαν χωρίς προβλήματα. Μάλιστα από της 5-5-1978 ο Λ.Θ. είχε ανοίξει στην ΕΤΕ τον με αριθμό ΧΧΧ κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο τον ενάγοντα γιό του. Καλές ήσαν και οι σχέσεις του με την αδελφή του Μ. και τις κόρες της - ανιψιές του. Μάλιστα για κάποιο διάστημα είχε παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα στον μνηστήρα της εξ αυτών Θ. χώρο (γραφείο) της οικοδομής του, για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών του αναγκών. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των εξετασθέντων με πρωτοβουλία του ενάγοντος μαρτύρων, ο ενάγων, ιδιαίτερα κατά το διάστημα που ήταν άγαμος, συνήθως τις Κυριακές, συνέτρωγε με τους γονείς και την οικογένεια της αδελφής του. Ο Θ.Α,, ξυλουργός στο επάγγελμα, όπως ειπώθηκε, από το έτος 1969 είχε λάβει σύνταξη λόγω αναπηρίας (εκφυλιστική σπονδυλοαρθροπάθεια, οσφυαλγία, μέτριο πνευμονικό φύσημα). Κατά τον μετά την σύνταξή του χρόνο δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα. Ωστόσο με την υπ’ αριθ. 26006/6-8-1985 απόφαση του Υπκ/τος του ΙΚΑ στο Κιάτο του χορηγήθηκε από 23-4-1985 επίδομα απολύτου αναπηρίας. Με την υπ’ αριθ. 2008/26-10-1987 όμως απόφαση της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής ΙΚΑ στην οποία παραπέμφθηκε και κατά της οποίας δεν άσκησε προσφυγή, διεκόπη η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος και συμψηφίστηκαν τα εν τω μεταξύ καταβληθέντα, καθόσον κρίθηκε ότι «μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και δεν χρήζει βοηθείας άλλου προσώπου» (βλ. την με αριθμό 271/19-1-2006 βεβαίωση του υποκ/τος του ΙΚΑ στο ΧΧΧ). Μάλιστα, σύμφωνα με την συνημμένη στην βεβαίωση αυτή αναφορά της οφθαλμιάτρου Σ.Κ., ο εν λόγω, την είχε παραπλανήσει και είχε γνωματεύσει θετικά περί της ανάγκης συμπαράστασης του από άλλο πρόσωπο, όταν δε αργότερα αρνήθηκε να χορηγήσει όμοια βεβαίωση, έχοντας μεταβεί μόνος του στα ιατρεία του ΙΚΑ, δημιούργησε επεισόδιο με απειλές. Επομένως δεν είχε ανάγκη ειδικών φροντίδων και περιποιήσεων. Μόνο κατά τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής του (από Ιούνιο έως Δεκέμβριο 1995) «κατάπεσε», με αποτέλεσμα η κόρη του Μ. που τον φιλοξενούσε στην οικία της, να αναγκασθεί να προσλάβει αντί μισθού 150.000 δρχ. κατά μήνα, ως οικιακή βοηθό, την Σ. συζ. Π.Κ. (βλ. την με αριθμό ΧΧΧ/29-1-1999 ένορκη βεβαίωση της εν λόγω οικιακής βοηθού ενώπιον της συμβ/φου Σικυώνος Γ.Μ.-Μ.). Όπως προεκτέθηκε, από την φιλοξενία των γονέων της η Μ. συζ. Χ.Β. δεν είχε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση, δεδομένου ότι για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους διετίθεντο οι συντάξεις τους και τα μισθώματα που εισέπρατταν. Παρ’ όλα αυτά, δυνάμει του υπ’ αριθ. ΧΧΧ/6-3-1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σικυώνος που μεταγράφτηκε νόμιμα στον τόμο ΧΧΧ και στον αριθμό ΧΧΧ των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Σικυώνος, ο πατέρας αυτής και του ενάγοντος Α.Θ. μεταβίβασε κατ’ ισομοιρία στις κόρες της - εγγονές του Δ.Χ.Β. - ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και Θ.Χ.Β., λόγω δωρεάς εν ζωή δύο αγρούς του εκτάσεως 3.000 και 2.000 τ.μ. αντιστοίχως, κείμενους στην αγροτική περιφέρεια της κοινότητος ΧΧΧ Κορινθίας στις ειδικότερες θέσεις «Τ.» και «Ι. ή Α.», αξίας, κατά το εν λόγω συμβόλαιο, 30.000 και 10.000 δρχ. αντιστοίχως. Ο εν λόγω Λ.Θ. δεν αρκέστηκε στην εν λόγω δωρεά, δεδομένου ότι κατά την προ του θανάτου του δεκαετία προέβη στην σύσταση και των παρακάτω δύο ακόμη δωρεών εν ζωή: α. δυνάμει του υπ’ αριθ. ΧΧΧ/13-1-1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σικυώνος Α.Γ.-Ι., που μετεγράφη στον τόμο ΧΧΧ και στους αριθμούς 297, 297α των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σικυώνος Πελλήνης, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή κατά ψιλή κυριότητα προς την (μη αναγκαία κληρονόμο του) Θ.Β., ήδη σύζυγο Π.Κ., εγγονή του - κόρη της θυγατρός του Μ., ένα οικόπεδο επιφανείας 312 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση «Β.» της κτηματικής περιφερείας ΧΧΧ Κορινθίας, εμφαινόμενο στο από Δεκεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Β. με τα στοιχεία Ζ-Ε-Δ-Γ-Κ-Ι-Θ-Η-Ζ οριοθετούμενο Ανατολικά επί πλευράς 14,70 με παραποτάμιο χώρο του ποταμού Ε., Δυτικά επί πλευράς 13,70 μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. και εν μέρει με δημοτική οδό, Βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 26,20 μέτρων με ιδιοκτησία του δωρητή (το εν συνεχεία περιγραφόμενο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που κατέλιπε) και Νότια επί συνολικής πλευράς μήκους 20,70 μέτρων, με πρώην ιδιοκτησία του δωρητού, η οποία την ίδια ημέρα δωρήθηκε στην εναγομένη, δωρεά για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Η πραγματική και αγοραία αξία κατά τον χρόνο συστάσεως της δωρεάς ανερχόταν, της μεν πλήρους κυριότητος σε 4.200.000 δρχ. ή 12.325,75 ευρώ, της δε ψιλής κυριότητας σε δρχ. 3.780.000 δρχ. ή 11.093,18 ευρώ. Την αξία αυτή εκτίμησε προσωρινά και η αρμοδία Δ.Ο.Υ. ΧΧΧ κατά την σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου, σύμφωνα με το ν. 1947/1991, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δωρητής έχει ξεπεράσει το 80ό έτος της ηλικίας του και η ψιλή κυριότητα υπολογίστηκε ορθώς στα 9/10 της πλήρους κυριότητος. Ο ίδιος ο εκκαλών - ενάγων στις δύο πρώτες από τις συνολικά τέσσερις αγωγές (συμπεριλαμβανομένης και της παρούσης), που έχει ασκήσει και οι οποίες είχαν ταυτόσημο με την παρούσα περιεχόμενο, είχε εκτιμήσει την αξία της πλήρους κυριότητος στο ίδιο ποσό (4.200.000 δρχ.). Στην υπό κρίση αγωγή ανεβίβασε αυθαίρετα στο ποσό αυτό την αξία της ψιλής κυριότητος, σκόπιμα για να αυξηθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του. β. Δυνάμει του υπ’ αριθ. ΧΧΧ/13-1-1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σικυώνος Α.Γ.-Ι., που μετεγράφη στον τόμο ΧΧΧ και στους αριθμούς 298, 298α των ιδίων βιβλίων μεταγραφών, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή κατά ψιλή κυριότητα προς την (επίσης μη αναγκαία κληρονόμο του) Δ. θυγ. Χ.Β., εγγονή του - κόρη της θυγατρός του Μ., εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, ένα οικόπεδο άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο, επιφανείας 284 τ.μ., ευρισκόμενο και τούτο στη θέση «Β.» της κτηματικής περιφερείας ΧΧΧ Κορινθίας, εμφαινόμενο στο από Δεκεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ.Β. με τα στοιχεία Ι-Κ-Α-Μ-Ι οριοθετούμενο Ανατολικά επί πλευράς 13,35 μέτρων με παραποτάμιο χώρο του ποταμού Ε., Δυτικά επί πλευράς 13,15 μέτρων με ιδιοκτησία Σ., Βόρεια επί πλευράς μήκους 20,70 μέτρων με πρώην ιδιοκτησία του δωρητού (δωρηθέν στην αδελφή της εναγομένης οικόπεδο, για το οποίο έγινε λόγος) και Νότια επί πλευράς μήκους 22 μέτρων με δημοτική οδό. Στο εν λόγω οικόπεδο υπήρχαν δύο ισόγειες εκ τσιμεντόλιθων οικίες εμβαδού 73,50 τ.μ. και 54,60 τ.μ., κατασκευασθείσες τα έτη 1960 και 1958 αντιστοίχως. Σε αμφότερα τα ως άνω δωρητήρια συμβόλαια ο δωρητής παρεκράτησε την επικαρπία για τον εαυτό του εφ’ όρου ζωής, ρητώς δε όρισε ότι αυτή (επικαρπία) θα περιέρχεται μετά το θάνατο του αυτοδικαίως στις δωρεοδόχες εγγονές του. Σε αμφότερα τα ως άνω δωρητήρια συμβόλαια αναγράφεται ότι η δωρεά αυτή έγινε «σε εκδήλωση της αγάπης του προς την δωρεοδόχο και για λόγους ανταπόδοσης σ’ αυτήν για τις υπηρεσίες και φροντίδες που του προσφέρει και από λόγους ευπρεπείας... την δωρεά αυτή την κάνει με τον όρο να συνυπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα της δωρεοδόχου και παραιτείται (ο δωρητής) από κάθε δικαίωμα του να ανακαλέσει τη δωρεά για κάθε λόγο και αιτία, γιατί αναγνωρίζει πως γίνεται από ιδιαίτερο καθήκον και ευπρέπεια...». Η πραγματική και αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου κατά τον χρόνο συστάσεως της επίμαχης δωρεάς ανερχόταν, της μεν πλήρους κυριότητος σε 8.066.000 δρχ. ή 23.671,31 ευρώ, της δε ψιλής κυριότητος σε 7.260.000 δρχ. ή 21.305,94 ευρώ. Την αξία αυτή εκτίμησε προσωρινά και η αρμοδία Δ.Ο.Υ. ΧΧΧ κατά την σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου, σύμφωνα με το ν. 1947/1991, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δωρητής έχει ξεπεράσει το 80ό έτος της ηλικίας του και η ψιλή κυριότητα υπολογίζεται στα 9/10 της πλήρους κυριότητος. Ο ίδιος ο εκκαλών-ενάγων στις δύο πρώτες αγωγές του, που είχαν ταυτόσημο με την παρούσα περιεχόμενο, είχε εκτιμήσει την αξία της πλήρους κυριότητος σε 14.000.000 δρχ. Στην υπό κρίση αγωγή ανεβίβασε αυθαίρετα στο ποσό αυτό την αξία της ψιλής κυριότητος, σκόπιμα για να αυξηθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του.
V. Από τις προαναφερθείσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις με σαφήνεια προκύπτει ότι οι παραπάνω δύο δωρεές που συνέστησε ο κληρονομούμενος παππούς κατά την προ του θανάτου του δεκαετία και ιδιαίτερα η δωρεά προς την εναγομένη, παρά τα αναγραφόμενα στο σχετικό δωρητηριο συμβόλαιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή προς την δωρεοδόχο. Συγκεκριμένα απεδείχθη ότι ο δωρητής, που είχε ήδη προβεί και σε άλλη δωρεά ακινήτου και προς την εναγομένη εγγονή του, δεν είχε ιδιαίτερη υποχρέωση να δωρήσει και το επίμαχο ακίνητο, «για λόγους ανταπόδοσης σ’ αυτήν για τις υπηρεσίες και φροντίδες που του προσφέρει», όπως αναγράφεται στο δωρητηριο συμβόλαιο, αφού όπως προεκτέθηκε, την περιποίηση και την φροντίδα του δωρητού είχε αναλάβει η κόρη του Μ. συνεπικουρούμενη κατά τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής του από προσληφθείσα προς τούτο οικιακή βοηθό, η δε εναγομένη εγγονή ουδεμία ιδιαίτερη και σε βάρος των λοιπών δραστηριοτήτων της φροντίδα ή υπηρεσία προσέφερε προς αυτόν, πέραν της συμβιώσεως στην αυτή οικία. Δεν πρέπει δε να διαφεύγει της προσοχής ότι τόσο η θυγατέρα του δωρητή Μ. όσο και η δωρεοδόχος εναγομένη εγγονή του είχαν εκ του νόμου (βλ. τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ) υποχρέωση προς διατροφή του, στην οποία περιλαμβάνεται και η συντήρηση του (άρθρο 1493 ΑΚ) προσδιορίζεται δε αυτή με βάση την ηλικία του και την κατάσταση της υγείας του (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ στο άρθρο 1493 αριθμ. 42). Επομένως η εν λόγω δωρεά θα πρέπει να προστεθεί στην κληρονομιά του και να συνυπολογισθεί, η δε περί του εναντίου συναφής ένσταση της εναγομένης δωρεοδόχου, εδραζομένη στο άρθρο 1831 παρ. 2 του ΑΚ, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα.
VI. Η εκκαλουμένη απόφαση που εδέχθη ότι η επίμαχη προς την εναγομένη δωρεά δεν πρέπει να υπολογισθεί στην κληρονομιά του δωρητή, γιατί έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και λανθασμένα εκτίμησε τις αποδείξεις όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων με τους συναφείς λόγους της υπό κρίση εφέσεως.
VII. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη περαιτέρω ότι: Στις 3-12-1995 απεβίωσε στο ΧΧΧ Κορινθίας ο Θ.Λ., χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ως εκ τούτου στην κληρονομιά του κλήθηκαν ως εγγύτεροι συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η επιζώσα σύζυγος του Δ., κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και τα φυσικά τέκνα του Π.Θ.Λ. (ενάγων - εκκαλών) και Μ. ήδη σύζυγος Ι.Β., κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαίρετου έκαστος, οι οποίοι και δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά. Μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που κατέλιπε ο εν λόγω αποβιώσας στους εν λόγω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ήταν ένα οικόπεδο επιφανείας 220 τ.μ., άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο, κείμενο στη θέση «Β.» της κτηματικής περιφερείας Κιάτου Κορινθίας, εμφαινόμενο στο από Δεκεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ.Β. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α οριοθετούμενο Ανατολικά επί πλευράς 9,60 μ. με παραποτάμιο χώρο του ποταμού Ε., Δυτικά επί πλευράς 7 μ. με δημοτική οδό, Βόρεια επί πλευράς 25,20 μ. με ιδιοκτησία Π. και Νότια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 26,20 μ. με πρώην ιδιοκτησία του εν λόγω αποβιώσαντος δωρηθείσα στην εγγονή του Θ.Β. (για την οποία έγινε λόγος παραπάνω), αξίας, κατά τον χρόνο του θανάτου του, 4.000.000 δρχ. ή 11.738,81 ευρώ. Την αξία αυτή εδέχετο και ο εκκαλών - ενάγων στην πρώτη από 27-11-1997 αγωγή του, που είχε ταυτόσημο με την παρούσα περιεχόμενο, και η οποία απερρίφθη ως αόριστη. Ο εν συνεχεία αυθαίρετος προσδιορισμός της αξίας του σε 3.000.000 δρχ. στις επόμενες τρεις αγωγές που άσκησε, μεταξύ των οποίων και η υπό κρίση, προφανώς έγινε σκοπίμως για να αυξηθεί το ποσοστό της νομίμου μοίρας του.
VIII. Με βάση τα περιστατικά που προεκτέθηκαν η αξία της πλασματικής κληρονομιάς του Θ.Λ. ανερχόταν σε 15.040.000 δρχ. και συγκεκριμένα: 4.000.000 δρχ. η αξία του μοναδικού ακινήτου που κατέλιπε ο κληρονομούμενος + 3.780.000 δρχ. η αξία της ψιλής κυριότητος του δωρηθέντος στην εγγονή Θ. ακινήτου + 7.260.000 δρχ. η αξία της ψιλής κυριότητος του δωρηθέντος προς την εναγομένη ακινήτου. Επομένως η αξία της νομίμου μοίρας του ενάγοντος ανέρχεται σε 2.820.000 δρχ. (15.040.000 Χ 3/16). Το εξ αδιαιρέτου όμως κληρονομικό μερίδιο επί της κληρονομιάς του πατέρα του που περιήλθε σ’ αυτόν ανέρχεται σε 1.500.000 δρχ. (4.000.000 η αξία του μοναδικού κληρονομιαίου ακινήτου Χ 6/16). Επομένως το ποσοστό της νομίμου μοίρας που δικαιούται (2.820.000 δρχ.) είναι μικρότερο (υπολείπεται) κατά το ποσό των 1.320.000 δρχ. ή 3.873,81 ευρώ (2.820.000 - 1.500.000). Το ποσό αυτό αναγόμενο σε εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του δωρηθέντος στην εναγομένη ακινήτου ανέρχεται σε 18,18% (1.320.000 δρχ. Χ 100 = 132.000.000 : 7.260.000) και όχι 20% που ισχυρίζεται ο ενάγων. Τούτο σημαίνει ότι πράγματι η επίμαχη δωρεά παρίσταται «άστοργος», υπό την έννοια που αξιώνει ο νόμος, αφού προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος νομίμου μεριδούχου. Επομένως ο ενάγων νόμιμος μεριδούχος διατηρεί σε βάρος της εναγομένης δωρεοδόχου ενοχική απαίτηση προς απόδοση σ’ αυτόν του δωρηθέντος ακινήτου κατά το ποσοστό αυτό (18,18%). Ωστόσο, κατ’ αποδοχήν της εγκαίρως προβληθείσης από την εναγομένη δωρεοδόχο ενστάσεως της περί προσφοράς του ισαξίου, πρέπει να περιληφθεί στο διατακτικό διαζευκτικό αίτημα. Ήτοι να υποχρεωθεί η δωρεοδόχος ενάγουσα να καταβάλει εντόκως νομίμως από της επιδόσεως της αγωγής στον ενάγοντα, εντός της οριζομένης προθεσμίας, το εκ 3.873,81 ευρώ ισάξιο του ελλείποντος ποσοστού της νομίμου μοίρας του και σε περίπτωση απράκτου παρελεύσεως της οριζομένης προθεσμίας, να υποχρεωθεί να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το δωρηθέν κατά ποσοστό 18,18 εξ αδιαιρέτου.
IX. Ύστερα απ’ αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη. Αφού δε κρατηθεί και δικαστεί από το παρόν δικαστήριο η υπό κρίση αγωγή, να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να περιληφθεί στο διατακτικό το προρηθέν διαζευκτικό αίτημα. Η εναγομένη -εφεσίβλητη που νικήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στην δικαστική δαπάνη του ενάγοντος - εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας...