1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Επίδοση στην αλλοδαπή.

 E-mail

- Επίδοση στην αλλοδαπή.
- Πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα. Αρχή της πραγματικής περιέλευσης των εγγράφων στον παραλήπτη. Η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται είτε από το χρονολογημένο και δεόντως κεκυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται το έγγραφο ή με πιστοποιητικό της αρχής του προς ο η αίτηση Κράτους, που να εμφαίνεται το γεγονός, τον τόπο και την χρονολογία της επιδόσεως.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 134, 136, Αριθμός 1786/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.


ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ισραηλιτικής Κοινότητος Θεσσαλονίκης, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοδώρα Δημητρακοπούλου και Φρατέλη Ναχμία.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ'ού η κλήση: Γερμανικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32144/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1285/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15 Οκτωβρίου 2001 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 144/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 3 Φεβρουαρίου 2006 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2002 έκθεση και από 15 Οκτωβρίου 2002 συμπληρωματική έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Ρωμύλου Κεδίκογλου, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την αναίρεση της 1285/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων προς εκδίκασή της και β)όλως επικουρικά την αναίρεση της 1285/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σε αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη κλήτευση με πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα, όταν ο προς ον η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση με τον νόμο 1334/1983 της Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης της 15.11.1965, η οποία δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική αυτή επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το κατά τούτο καταργηθέν άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν αυτό παραλήφθηκε από τον προς ον η επίδοση κατά τον οριζόμενο σε ειδική διμερή σύμβαση ή στην σύμβαση της Χάγης (άρθρα 15 και 16) τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ειδικότερα, από το άρθρο 5 παρ. 1 της από 11.5.1938 μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας συμβάσεως "περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως επί υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου", η οποία έχει κυρωθεί με το άρθρο μόνο του ΑΝ 1932/1938 και επανατεθεί σε ισχύ από 1.2.1952 με ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών από 24.10/15.12.1952 (ΦΕΚ 338/15.12.1952 τ.Α ) και δεν έχει θιγεί με την εισαγωγή του ΚΠολΔ, ούτε από την σύμβαση της Χάγης, σύμφωνα με την γενική διάταξη του άρθρου 25 αυτής, σαφώς προκύπτει ότι η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται είτε από το χρονολογημένο και δεόντως κεκυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται το έγγραφο ή με πιστοποιητικό της αρχής του προς ο η αίτηση Κράτους, που να εμφαίνεται το γεγονός, τον τόπο και την χρονολογία της επιδόσεως. Από τις, ως άνω, διατάξεις της Ελληνογερμανικής σύμβασης, καθώς και τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 15 της Συμβάσεως της Χάγης, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιέλευσης των εγγράφων στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον μνημονευθέντα τρόπο και επομένως κάθε άλλη αντίθετη ρύθμιση καταργείται (ΑΠ 993/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 6562Β/3.4.2006 και 6563/3.4.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ΧΧΧ, προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και η κλήση προς συζήτηση αυτής για την προκειμένη δικάσιμο επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για το αναιρεσίβλητο και καλούμενο Γερμανικό Δημόσιο στην ελληνική γλώσσα και με επίσημη μετάφραση στην γερμανική γλώσσα, κατά την διάταξη του άρθρου 134 ΚΠολΔ. Από τα έγγραφα, που υπάρχουν στην δικογραφία και ειδικότερα: 1) η 76000/ 11.7.2006 και 42944/ 24.4.2006 του ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και 2)Φο92222/ 3159/ 12.6.06 του Ειρηνοδικείου Mitte Γερμανίας, ως αρμοδίου προς επίδοση οργάνου προκύπτει, ότι τα ως άνω έγγραφα απεστάλησαν ταχυδρομικώς από το Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Ειρηνοδικείο Mitte Γερμανίας προς επίδοση. Ούτε, όμως, από τα έγγραφα αυτά, ούτε από άλλο στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει, ότι τα ανωτέρω εισαγωγικά έγγραφα της προκειμένης δίκης παρελήφθησαν πράγματι από το, ως άνω, αναιρεσίβλητο και, μάλιστα, έγκαιρα, δηλαδή ενενήντα ημέρες πριν από την δικάσιμο (άρθρο 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) και σύμφωνα με τους ορισμούς των παρατεθεισών ανωτέρω διατάξεων. Περαιτέρω, το δικαστήριο τούτο δεν έχει την δυνατότητα να προχωρήσει στην συζήτηση της υπό κρίση υποθέσεως, καίτοι δεν υπάρχει βεβαίωση περί πραγματικής επιδόσεως των, ως άνω, εγγράφων, -παρά μόνο η ως άνω βεβαίωση Φο92222/3.159/12.6.06 του Ειρηνοδικείου Mitte Γερμανίας ότι η αίτηση επίδοσης στο αναιρεσίβλητο δεν εκτελέστηκε για τους αναφερόμενους σ΄αυτή λόγους- αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 παρ. 2 της Συμβάσεως της Χάγης, μεταξύ των οποίων και η πάροδος τουλάχιστον (6) μηνών προ της συζητήσεως από την ημερομηνία αποστολής των εγγράφων (Α.Π. 993/1994), ούτε και το Γερμανικό Δημόσιο, αφού δεν έχει επιχειρηθεί η επίδοσή τους σ΄ αυτό, έχει δηλώσει, ότι αντιτίθεται στη παραλαβή των προς επίδοση εγγράφων. Ενόψει των ανωτέρω, μη υφισταμένης νομίμου κλητεύσεως του αναιρεσιβλήτου κατά την, ως άνω, δικάσιμο της υποθέσεως, όταν αυτή εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-10-2001 αίτησης αναίρεσης της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της 1285/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ